Αυτοκτονία | Νίκος Λέκκας

nl

Αν ξέρεις ένα δρόμο δεν είναι ανάγκη ούτε να πας εσύ, ούτε να στείλεις άλλους. Αυτό περί οδού αυτοκτονίας που κάποτε πίστευα ότι είναι η μόνη διέξοδο/διαφυγή. Τώρα είναι η στάση να τους γαμήσω όλους. Ενάντια στην στάση που είχε ο Μηνάς Δημάκης, ο Νίκος Β. Λαδάς και ο λατρεμένος μου Γιώργος Β. Μακρής. Όλοι έπεσαν από ύψος, ταράτσες και μπαλκόνια. Εγώ αποπειράθηκα για ροκ εν ρολ αυτοκτονίες / για ροκ εν ρολ βουτιές (κριτική Γ. Χρονά). Και φυσικά για να είμαι εδώ ντάλα καλοκαίρι να γράφω και να λέω όσα μακάβρια λέω, απέτυχαν όλες.

Γιορτάζω τη νίκη της ζωής. Τώρα που η υπερχασικλήδικη νοοτροπία του όχι απέχει από ‘μένα κι εγώ από αυτήν, γιορτάζω την χαρά του ναι. Αν και στην ζωή μου έχω πει υπεράριθμα όχι και εξακολουθώ να λέω. Αλλά, τα όχι των χασικλήδων είναι άλλα από τα δικά μου – οι χασικλήδες λένε όχι παντού. Εγώ λέω όχι στο ψυχολογικής υφής παντού. Οι χασικλήδες λένε όχι στα μέρη και στους ανθρώπους που δεν είναι χασικλήδες. Εγώ/εμείς είμαστε στην φάση που λέμε ναι στα μέρη, σε οτιδήποτε καινούργιο και όχι στους χασικλήδες, στην πειθαρχία που έχουν οι καινούργιοι του χώρου ως ομαδικά ξινισμένοι. Και λέω ναι σε χασικλήδες όλων των ειδών που μου ταιριάζουν. Read more

Advertisements

Andre Breton: «Το Όνειρο και η Επανάσταση είναι φτιαγμένα για να συμμαχήσουν!» | Θ. Δ. Τυπάλδος

andré-breton-1930

Ξέρω πως όσο ζω πάντα θα υπάρχει ένα νησί μακριά
Andre Breton

28 Σεμπτεμβρίου 1966: Φεύγει στα εβδομήντα του χρόνια, ο χρυσοθήρας στου “καιρού το χρυσάφι”, ο συλλέκτης μιας αιωρούμενης στην ατμόσφαιρα της avant garde, -στην ατμόσφαιρα της, μα πολύ πιο πέρα αυτής-, μορφή έκφρασης. O ποιητής, ο δοκιμιογράφος, ο πεζογράφος, ο επαναστάτης, μα πάνω απ’ όλα, ο θεωρητικός κι εκφραστής του υπερρεαλιστικού κινήματος, ο Andre Breton.

Πολλά έχουν γραφτεί κι έχουν ειπωθεί -καλοπροαίρετα ή κακοπροαίρετα- για τον Breton, αλλά το ποιός ήταν πραγματικά ο Breton, μόνο στο έργο του μπορούμε να το διαπιστώσουμε κι όπως θα γράψει στο αυτοβιογραφικού χαρακτήρα αριστούργημά του “NADJA”: “ Όσο για μένα, θα συνεχίσω να κατοικώ στη γυάλινή μου κατοικία, όπου μπόρει να με δεί κάθε ώρα όποιος με επισκέπτεται, όπου ό,τι κρεμιέται απ’ τα ταβάνια και στους τοίχους στέκεται ως δια μαγείας, όπου ξεκουράζομαι τη νύχτα πάνω σ’ ένα κρεβάτι γυάλινο με γυάλινα σεντόνια, όπου αυτός που είμαι θα φαντάζω στα μάτια μου πως είμαι χαραγμένος με διαμάντι”(1). Κι έτσι ακριβώς έζησε ο Andre Breton, μες στη γυάλινη καθαρότητα της υποκειμενοποίησης της αντικειμενικότητας και της αντικειμενοποίησης της υποκειμενικότητας, μες στις αντιφάσεις και τις αναθεωρήσεις του, τις διενέξεις και τα βίαια ξεσπάσματά του, μα πάνω απ’ όλα έζησε στην αναζήτηση, στην αναζήτηση του θαυμαστού και του μεγαλειώδους. Read more

Μια νύχτα νομίζω πως τρελάθηκα | Tζένιφερ Ντέρλεθ

der

Ατσάλινο μπαούλο

Κλείδωσα την τελευταία νύχτα σε ένα ατσάλινο μπαούλο.
Πετάω το κλειδί, φαντάζομαι πόσο θλιβερές βραδιές θα ζήσουν οι άνθρωποι του μπαούλου και γελάω υστερικά.
H τραγική κοινωνία μόλις απέκτησε ακόμη μια θλιβερή ανώνυμη ιστορία.
Ανόητη γυναίκα, ανώριμη κοπέλα. Τους καταριέμαι και γελάω υστερικά.
Οι σκιές οι μαύρες να τους κυνηγάνε καθημερινά.
Είναι ήδη καταραμένοι, μια ακόμα κατάρα δε θα τους βλάψει, δε θα τους πειράξει.
Οι άνθρωποι οι παντοτινά κλεισμένοι στο μπαούλο μου έχουν μάθει να κουβαλάνε ομπρέλες καθημερινά
για να φυλάσσονται από τις μαύρες μπόρες. Έχουν κάνει βιβλία τους τις ασπρόμαυρες μου φωτογραφίες και κοιμούνται με αυτές.
Έχουν κάνει όπλα τους τις αναμνήσεις και φρούρια τα άδεια κουτάκια με τα σοκολατάκια που θυμίζουν εσένα κι εσένα.
Άγνωστο σε μένα για το πόσο έτοιμοι είναι, οι άνθρωποι του μπαούλου με τις μπόρες θέλουν να δραπετεύσουν από το ατσάλινο κουτί.
Οι άνθρωποι με τις μπόρες θέλουν να βγουν και να με κεράσουν γλυκό θάνατο σε ραγισμένο ποτήρι με κόκκινο κρασί.
Εγώ σκύβω στοργικά πάνω από το μπαούλο και τους κρυφακούω να βασανίζονται, να επιβιώνουν τις μέρες τους, να συνωμοτούν εναντίον μου και γελάω υστερικά.
Θα αναρωτιέστε πως μπόρεσα και έβγαλα απ’ τη μήτρα μου μια τέτοια φετιχίστρια θεά;
Γέννησα δεκαεννιά τέτοιες, μια γέννα για ένα έτος της ζωής μου, όλες κατοικούμε στο βασιλικό μου διαμέρισμα.
Όλες λεπτεπίλεπτες με καθώς πρέπει τρόπους, ελαφρώς αθάνατες και καλοθρεμμένες. Κατοικούμε στο βασιλικό μου διαμέρισμα.
Οι δεκαεννιά θεές μαστιγώνουν με μανία και αίμα τους ανθρώπους με τις μπόρες. Ήθελαν λέει να το σκάσουν απ’ το κουτί που τους έβαλα τότε.
Η μητέρα τους τις χαζεύει από το σαλόνι πίνοντας ένα ποτήρι κονιάκ. Read more

Η άλλη διάσταση | Αντιγόνη Ηλιάδη

AnHl

Ι.
θέλω να γυρνάμε μαζί σπίτι το βράδυ
να μιλάνε τα πόδια μας με τα χέρια μας
στο κόκκινο φανάρι της Ολυμπιάδος
να μου κλείνεις με τα δάχτυλα το στόμα
και να αναπνέω στο μαξιλάρι
να είμαστε τα παιδιά του Μπατάιγ
χαμένα στον δερμάτινο χάρτη
τα χείλη σου πλαγιασμένα από τον πόθο
που σου άφησε το σεντόνι στην πλάτη
θέλω να γυρνάμε μαζί σπίτι το βράδυ

***

II.
είμαστε ένας αειφόρος συνδυασμός
και το στρώμα του κρεβατιού
είναι ο κόσμος από κάτω μας
και κάθε μας καύλα κι επαφή
μία ιερή ανάμεσά μας τελετουργία Read more

Ειρήνη και Τατιάνα | Σιλουανός Χριστοφορίδης

ps

Με την Ειρήνη Πέρεζ-Εγγονοπούλου γνωριστήκαμε όταν ήμασταν μικρά παιδιά ακόμα, εννιά ή δέκα ετών. Οι γονείς μου ήταν από παλιά στενοί φίλοι με την μητέρα της, την Δήμητρα Εγγονοπούλου και έτσι όταν εκείνη γύρισε απ’ τη Πόλη του Μεξικού, παντρεμένη με έναν ντόπιο, τον Αμαδέο Πέρεζ, ένα κοριτσάκι στο χέρι και ένα μωρό στην φουσκωτή κοιλιά της, το σοκ ήταν μεγάλο αλλά η χαρά που την ξανάβλεπαν μετά από τόσο καιρό μεγαλύτερη. Εγκαταστάθηκαν σε ένα μικρό και όπως κατάλαβα μεγαλώνοντας, ιδιαίτερα φτωχικό διαμέρισμα στην καρδιά της Αθήνας. Η Δήμητρα μια κλασσική Ελληνίδα μάνα στην εμφάνιση και στην συμπεριφορά, είχε πάει στις Η. Π. Α για διακοπές, ένα ταξίδι που ονειρευόταν για χρόνια, όταν σε μια περιπετειώδης εξόρμηση στο Μεξικό γνώρισε τον Αμαδέο, που δούλευε εκεί ως ταξιτζής, επάγγελμα που ακολούθησε και στην Αθηνά. Ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερος από κείνη, μελαμψός, όπως όλοι οι Μεξικανοί υποθέτω, κοντός αλλά γεροδεμένος, με ένα περιποιημένο μουστάκι που παρέπεμπε σε περασμένη δεκαετία και μακριά μαλλιά πιασμένα πάντα σε κότσο. Στην αρχή μίλαγε κάτι σπαστά και μπερδεμένα αγγλικά που δεν νομίζω να καταλάβαινε ούτε η γυναίκα του αλλά με τον καιρό άρχισε να μαθαίνει ελληνικά – τα πιάνε γρήγορα ο Μεξικανός, αυτό του το δίνω – και σύντομα μπορούσε να συνεννοηθεί άνετα με τον καθένα. Θυμάμαι πως όταν με ρώτησε το όνομα μου και του απάντησα “Σιλουανός” παραξενεύτηκε τόσο που νόμιζε ότι τον κορόιδευα. Έπειτα με κοίταξε καλά – καλά, γέλασε ολόκληρος και είπε κάποια, υποθέτω, μεξικάνικη βρισιά. Να πω και το εξής: για μένα ο Αμαδέο Πέρεζ θα ναι πάντα ο τύπος που ήταν μέλος κάποιου καρτέλ στην χωρά του και το σκάσε για την Ευρώπη ή εκείνος που ερωτεύτηκε και αποφάσισε να επιστρέψει στο ίσιο δρόμο ή κάτι τέτοιο παρόμοιο τέλος πάντων. Ναι, το ξέρω, το γαμημένο το Χόλυγουντ φταίει αλλά αυτή η σκέψη δεν μου βγαίνει ποτέ απ’ το μυαλό. Πάντως την προσφώνηση του, “αμίγκο”, κάθε φορά που μου απευθυνόταν την έβρισκα απολαυστική και συνήθιζα να παίρνω ύφος ζόρικο λες και ήμουν και ‘γώ μέλος κάποιας σκοτεινής συμμορίας. Read more