Η Ευτυχία του καφενείου & το ζήτημα του απλού | Νίκος Λέκκας

lek

Επιχειρώ να γράψω στην βεράντα του σπιτιού. Δίπλα βαράει κομπρεσέρ που σκάβει βόθρο και αναρωτιέμαι ποιος είναι ο κοινωνικός βόθρος: οι σπαταλημένες ζωές – όποιες και αν είναι αυτές, ό,τι και αν αυτό συνεπάγεται. Στο μυαλό μου χαμένοι φίλοι. Αυτοί που θα μπορούσαν να είναι στο απόλυτο φως και για τους δικούς τους λόγους προτίμησαν το απόλυτο σκοτάδι. Χάπια με αλκοόλ και ενέσεις ηρωίνης. Γιατί μόνο έτσι μπορούσαν να αντέξουν τους εαυτούς τους. Αυτό που έτσι και αλλιώς είναι. Στο σκοτάδι – αν και κυκλοφορούσαν μέρα σε κατάσταση βαμπίρ. Το ημίφως ήταν στις νεαρές τους ηλικίες, παρόλο που η νεότητα και το γήρας βρίσκονται εσωτερικά. Και ζούσαν με παγωμένο συναίσθημα. Το προνόμιο των δακρύων, χαμένο οριστικά. Και η ζωή ένα σαπισμένο συναίσθημα. Read more

Advertisements

2 ποιήματα | Γιωργής Σαρακηνός

gior

Ραντεβού στην Κόλαση με τη Βάντα

προ ετών παιδί κι εγώ βαρκάδα στην αντιχουντική ελλάδα από τον καύσωνα του απεργούντος λιμένος ηγουμενίτσης, οι αριστεροί θερμόπληκτοι τουρίστες σάς ζηλεύουν γλύφοντας το ιόνιο ονειρεμένο δειλινό σε στάση αναμονής και ουράς Αυτή τη φορά γιατρέ ζηλεύω τον ποιητή και θεατή! Γκουντ μόρνινγκ Λευκωσία! Συνελήφθην υπό υποχρεώσεων εις προθάλαμον ιατρείου και πόρφυραν ουκ είδον, ότι πλησίον ήτο ιλύς γενέσεως γητευτού και μαγγανείας Ασθενούντων γονέων περίθαλψις, επαναγραφή «ναρκαλιευτικό Αλέκος Κουμπής», μαρινάρεται ο πόρφυρας το σκοτεινό του ρύγχος πριν γυρίσει κατά πάνω μου
σαν τον σερβίρουν Read more

2 ποιήματα, Cristina Rossetti | μτφρ. Ασημίνα Λαμπράκου

asim

Κήπος του Οκτώβρη

Πρόθυμη ήμουν στον κήπο μου τον φθινοπωρινό
Στα τριαντάφυλλά μου ανάμεσα τα σκόρπια, να θρηνώ∙
Για το τελευταίο αλλοίμονο, του ρόδου το μπουμπούκι αυτό
Που στου φθινόπωρου τη βροχή ανοίγει και σε ήλιο νωθρό
Όταν η φύση ολόκληρη οδεύει προς το λιγοστό!
Που του Ιούνη το δισταγμό δεν έχει νιώσει το γλυκύ,
Κι ούτε τ’ αηδόνι τη μελωδία του έχει ακούσει να κελαηδεί.

Φαρδυπρόσωπα “αστέρια” στου κήπου μου τη βόλτα μαζί,
Δεν είστε άλλο από βάναυσα αν με τα ρόδα ένας σας συγκρίνει:
Φροντίδα περισσότερη, δαπάνη πιο μεγάλη από το μπουμπούκι που ξανοίγει
Δειλά αρωματισμένο, κορφολογημένο, στο δικό του πάνω το τσουνί,
Το ελάχιστο αυτό και τελευταίο που άνεμοι ακυρώνουνε ψυχροί∙
Ένα τριαντάφυλλο, αν και ελάχιστο και τελευταίο όλων, είναι
Για μένα ένα ρόδο, παρά που μέσ’ στο φθινόπωρο είναι. Read more

Θεσσαλία | Αλέξανδρος Βαναργιώτης

foto123

Τα σπίτια μας
ήταν από χώμα
Ευρύχωροι τάφοι
πάνω στο νοτισμένο κάμπο
Οι άνθρωποί μας
όταν έφευγαν
πήγαιναν στη Γερμανία
ή στο διπλανό δωμάτιο
το μονίμως κλειστό
κι έπαιρναν μια θέση
ανάμεσα στις φωτογραφίες
στη σερβάντα
Γι’ αυτό τα τραγούδια μας
μοιρολόγια
Γι’ αυτό οι κραυγές μας
ανακάλεμα
και τα μάτια μας
σκοτεινά
φορτωμένα χειμώνα

[εικαστικό: Δημήτρης Τσιγάρας]

2 ποιήματα, Aurel Gurghianu | μτφρ. Δημήτρης Κανελλόπουλος

%ce%ba%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%bb%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82

Νυχτερινό

Μεγάλη και μαύρη ομπρέλα,
μικρή και ροζ ομπρέλα
περπατούσαν κάποτε επικαλυμμένες.
Κατόπιν, η ροζ ομπρέλα άφησε τη θέση της
κι ακολουθώντας ανέβηκε μερικά σκαλοπάτια,
τη στιγμή που η μαύρη ομπρέλα
περνούσε προς την άλλη πλευρά της πόλης.
Ήταν σχεδόν ξημερώματα.
Κατέβαζαν στην είσοδο τα μπουκάλια γάλακτος.
Η μαύρη ομπρέλα πήγε στην κουζίνα
και άνοιξε ένα μπουκάλι ουίσκι.

***

Ο ήλιος του χειμώνα

Ο χειμωνιάτικος ήλιος έρχεται με εκρήξεις στο τζάμι.
Αχ, γιατρέ μου! –του φωνάζω– γριά λεοπάρδαλη, τίποτα το σοβαρό από την τελευταία
επίσκεψή σου!
Η πατούσα σου που έσκισε τα σύννεφα για μου να φέρει ένα κυριακάτικο άρωμα
δεν μπορούσε ν’ αργήσει περισσότερο.
Μου χαϊδεύει το μέτωπο και το στήθος μου μόνο,
και αφήνει μόνο μια ριπή ατμού πάνω από τα οργισμένα παράθυρα.


[Aurel Gurghianu: γεννήθηκε 11 Μαΐου  1924, Iclănzel και πέθανε 28 Σεπτ. 1987, Cluj-Napoca]