Βαλσαμωμένη ποίηση | Τζένιφερ Ντέρλεθ

derleth

i) Το βαλσαμωμένο κιτς

Ένας χαρωπός πρίγκιπας στήνει έναν ομοφυλοφιλικό χορό γύρω από τον θρόνο του Βασιλιά.
Στην τρίτη του περιφορά, του βάζω τρικλοποδιά για να σκάσει,
να βουλώσει την κιτς συνήθεια στο στόμα του, να λερώσει τα κιτς ροζέ φορέματα.
Τρεις βρικόλακες, κάθονται γύρω από το κυκλικό τραπέζι.
Πίνουν τσάι σε ένα ξεχασμένο αρχοντικό.
Κιτς, αιματοβαμμένες ταπετσαρίες, κιτς λεκιασμένα μεσαιωνικά κοστούμια.
Κάνουν θόρυβο και το γλεντάνε. Στο τρίτο δεκάλεπτο του πεθαμένου αυτού πάρτι, ξεχασμένη σε μια γωνιά λέω με υφάκι:
“Σκάστε γελοία κορόιδα, όταν κάνετε θόρυβο φωνάζουν την αστυνομία”.
Οι γείτονες φωνάζουν την αστυνομία. Έτσι τέλειωσε το πάρτι τσαγιού των βρικολάκων.
Εγώ απλά φεύγω με ένα χρυσό στέμμα στο κεφάλι.
Με το κιτς ξηλωμένο στέμμα μου φορεμένο, χαράζω δρόμο για το επόμενο Βαλσαμωμένο Ποίημα. Read more

Advertisements

Η κλειδαριά | Νανά Τσόγκα

past

Με τον χρόνο τσακώθηκαν και χώρισε
σ’ εκείνο το σταυροδρόμι που κοιμήθηκε
και ξύπνησε στην αγκαλιά τού όλο Αύριο·
περνάει μες απ’ τον καιρό σαν σύννεφο
στην ήσυχη βροχή πέφτει λουλούδι άκοπο
γιατί έχει κομματιάσει την ψυχή της
σε κρυσταλλάκια της σελήνης εύοσμα
να δίνει θέα στις αντίξοες προοπτικές
της μουγγαμάρας· κι ας είναι η σιωπή
η καταγωγή της συνείδησης. Read more

Είμαι η γυναίκα που σου μιλάει | Ηλίας Κουρκούτας

sar

[έξι τραγούδια της αγάπης]

Ι.

είμαι η χύτρα που σιγοβράζει
κάτι από το φαί της ζωής σου
κάτι από τα δικά μου όνειρα
κι εντόσθια,
έξω η βροχή
και το νερό της νύχτας

κάποτε τον έλεγαν καημό,
τυφλή αγάπη
και υπακοή,
όνειρα της τάβλας
και της πίκρας,
ζυμωμένα στα χέρια μιας γυναίκας Read more

Εκκίνηση | Θοδωρής Νταλούσης

dal

Πολλά τα χρόνια στο σκοτάδι. Ένιωθαν τη σόλα να τους πιέζει, να τους βυθίζει στη λάσπη. Καμιά φορά αντάμωναν τα πληγιασμένα χείλη τους ψιθυρίζοντας «πονάω» σε εκπομπές κρυφών μηνυμάτων. Και όποτε η σόλα πίεζε παραπάνω τα κεφάλια, τα χέρια τινάζονταν αδέσποτα και κλωθογύριζαν στα τυφλά ώσπου ξανάπεφταν στο βούρκο.

Αμέτρητα τα χρόνια στο σκοτάδι. Ψηλάφιζαν τη σόλα που τους κρατούσε στον πάτο. Καμιά φορά αντάμωναν τα ματωμένα χείλη τους ψιθυρίζοντας «δεν πάει άλλο» σε εκπομπές συνωμοτικών μηνυμάτων. Και όταν η αρβύλα (αυτό υπέθεσαν πως είναι) κλωτσούσε τα κεφάλια, τα χέρια τινάζονταν αδέσποτα και άδραχναν τη σάρκα. Τότε η αρβύλα κλωτσούσε ξανά και ξανά, μέχρι που τα χέρια ξανάπεφταν λιγοθύμα στο βούρκο. Στα νύχια παρέμενε η πέτσα του εχθρού – ένδειξη ελπίδας στο σκοτάδι. Read more

Ρίζες | Παναγιώτης Νικολαΐδης

πανα

της γιαγιάς Μαριάννας

Έκοψεν έναν τρυφερόν κλωνίν βασιλιτζάν
τζι έδωκεν μου το
Βαλ’ το μες στο νερόν
τζι εν να πετάξει ρίζες λαλεί μου
Να με θυμάσαι γιε μου πον να πεθάνω
στην αυλήν σου
Εφύτεψα το
τζι εγίνην πλατύφυλλον δεντρόν
Τζι εμουσκομύριζεν ο ουρανός
τζι ο τόπος
το φαΐν μου
Έναν σειμώναν άξιππα εξέρανεν
Στην εφτομάν
εχάσαμεν τζαι την γιαγιάν

Γεμώσαν δάκρυα τα ρούχα μου


σειμώναν= χειμώνας
μουσκομυρίζει= μοσχομυρίζει
άξιππα= ξαφνικά
εφτομάν= εβδομάδα

[φωτ: Τάκης Τλούπας,
Μεταφέροντας το ψημένο ψωμί στα Αμπελάκια, 1972]