Το ηρωικό έπος του ’40 | Μαρία Παπαϊωάννου

122796355_658289794854725_2217739453451645025_n (2)

Το ηρωικό έπος του ’40 σήμερα σε σπίτια κλειστά, με την τηλεόραση να παίζει καλτ ελληνικές ταινίες της εποχής και την αποκλειστική να το ταΐζει στο στόμα με την τεχνητή οδοντοστοιχία.

Το ηρωικό έπος του ’40 σήμερα στα γηροκομεία με τα νάιλον κατωσέντονα και τους καθετήρες ανάμεσα στις τριμμένες στα σκέλια γαλαζωπές πυτζάμες κοιτάζει σκεπτικό και αμίλητο για ώρες έξω από παράθυρα, καθισμένο στο αναπηρικό αμαξίδιό του.

Το ηρωικό έπος του ’40 σήμερα, ευπαθής ομάδα πια, μακριά από στρωμένα τραπέζια με πιτσιρίκια ολόγυρα, βλέπει αχνά στην τηλεόραση να εξιστορούν τα ξακουστά κατορθώματά του και λέει στην κυρία από το πρώην ανατολικό μπλοκ που το φροντίζει και μιλά με τα παιδιά της μέσω Skype, χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία στα συχνά παραμιλητά του, “αέρα φωνάζανε οι στρατιώτες μας στην Αλβανία, αέρα” ενώ κάπου κάπου δακρύζει σιγοτραγουδώντας “παιδιά της Ελλάδος παιδιά” πριν πιει το χάπι για την κατάκλιση.

The magnolia moon | Πάνος Κεφαλάς

6 Ιουνίου, 1916.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα στο ραδιόφωνο μεταδίδονται οι στίχοι από ένα ποίημα του Πολ Βερλέν: «Οι μακροί στεναγμοί των βιολιών του φθινοπώρου λαβώνουν την καρδιά μου μ’ έναν λήθαργο μονότονο».

Ξεκίνησε! Συλλογιέμαι: Τι θ’ απογίνουμε όλοι εμείς; Τι θ’ απογίνω εγώ;

«Και τον χαμό… Χρέος πικρό… Πού είσαι; Πες μου… Εδώ μακριά σου…».

Η νύχτα είναι κατακόκκινη λουσμένη στο φως του φεγγαριού και του έρωτα. Αναστενάζω. Σφίγγω επάνω στο στήθος μου το γυμνό σου σώμα. Το άγαλμα της νύχτας θα πρέπει αναγκαστικά να σπάσει στα δύο.

Γίνε το σώμα μου, που θα μείνει πίσω, το χέρι, το πόδι, το μάτι, τα χείλη, η καρδιά. Είμαι δύο φωνές ταυτόχρονα. Η μία χάνεται και η άλλη δυναμώνει. Γίνε η δυνατή φωνή μου. Η φωτιά που θα καίει στα μετόπισθεν. Το κανάρισμα της σάλπιγγας στον ήλιο.

Γίνε άλλοτε ο ανεμοστρόβιλος και άλλοτε ο ωκεανός γαλήνης που χρειάζεται η κόρη μας.

Το δεξί μου χέρι χάνεται ανάμεσα στη φωτιά των μαλλιών σου. ‘Έχοντας τα μάτια μου κλειστά, φιλώ στοργικά το πίσω μέρος του λαιμού σου, που σε κάνει να λαχταράς την ανάσα μου.

Σε μυρίζω!

Διαβάστε περισσότερα

Θα ’θελα ο καφές… | Γιάννης Σγουρούδης

sarge

Θα ’θελα ο καφές να ’χει την δυνατότητα
μιας προσωρινής φιλοξενίας

Με το βλέμμα της έντονης επιθυμίας
να παρατηρείς τους ανθρώπους
ζητώντας τον καλό λόγο
ένα φιλί τρυφερό στο μάγουλο
για να σου δώσει την δύναμη που χρειάζεσαι

Όλοι περιμένουν να δουν κάτι από κάποιον
που οι ίδιοι δεν θα μπορούσαν

Βυθίζομαι στο ποτήρι
ο λικνιζόμενος καπνός που βγαίνει από το φλιτζάνι ερωτοτροπεί –

Κλείνω τα μάτια για να θυμηθώ το άγγιγμα σου

Παραγγέλνω δεύτερο καφέ ανάβω τσιγάρο

περιμένω πάλι να με φιλήσεις με τον δικό σου τρόπο

Κάνω κάτι που ίσως να μη προσφέρει κορύφωση στους άλλους
μα ίσως προσφέρω έτσι το ξεκαθάρισμα της ιστορίας μας

Στα καφέ ονειρεύομαι πως το πρόσωπο σου γυρίζει να με βρει

Η φιλοξενία του για μένα έχει τελειώσει.


*από την πρόσφατη ποιητική συλλογή του Γιάννη Σγουρούδη,
Η Ολοκλήρωση της Έλλειψης, εκδ. Κουκούτσι

Ο κύβος | Αντώνης Μπαλασόπουλος

Μια κάθετη στροφή στην εννιάδα στα δεξιά. Δυο οριζόντιες στροφές στην εννιάδα πάνω. Όχι. Με τη φορά του ρολογιού. Όχι. Με την αντίθετη του ρολογιού φορά. Όχι, όχι, όχι. Αντί να ξεκαθαρίζουν, τα χρώματα όλο και μπερδεύονταν περισσότερο.

Στη μια πλευρά, τρία λευκά κουτάκια πάνω και τρία κάτω σαν τα δόντια σε ανοιχτό στόμα, μα στη μέση δυο κόκκινα κι ένα μπλε, σαν το στόμα να έτρωγε κάποιο αστείο φαγητό από πλαστελίνες. Γέλασε μόνη της, δυνατά και αρκετή ώρα μ’ αυτή τη σκέψη. Η μητέρα της την κοίταξε χαμογελώντας. Ήτανε κοντά και ήταν μακριά, όπως όλα τα καλά πράγματα (τα κακά ήταν όλα κοντά, υπερβολικά κοντά).

Το ίδιο ξαφνικά, κι ενώ πάλευε ακόμη με τον κύβο, άρχισε να κλαίει. Ήρθε πάλι το αίσθημα της αφόρητης ελαφρότητας. Ένιωθε πως θα τη σηκώσει ένας μεγάλος μαγνήτης επάνω, προς το ταβάνι, εκεί που δεν ζούσε κανείς εκτός, κάποιες φορές, κάποια αράχνη. Εκεί που το κοντά-και-μακριά γινόταν μακριά-και-μακριά, όπως τα αδύναμα καλά πράγματα, που έμοιαζαν πολύ με τα κακά. Δεν υπήρχε τίποτε γύρω να την κρατήσει βιδωμένη στο έδαφος. Καθώς έπεφτε κι έπεφτε η ωκυτοκίνη, το σώμα της πλημμύριζε απ’ τη ναυτία του αστροναύτη σε πεδίο μηδέν βαρύτητας. Τ’ αυτιά της άρχισαν πάλι να βουίζουν, και μόνο το δυνατό κλάμα μπορούσε να βουβάνει για λίγο το βουητό. Διαβάστε περισσότερα

Τα χέρια του Tom O’Bedlam | Πάνος Κεφαλάς

kefalas

Όλοι ξέρουμε ότι τα όνειρα ξεκινούν «in medias res», και βέβαια δεν έχουμε την απαίτηση να είναι ολοκληρωμένα. Μα μήπως ότι «Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε, Όνειρο είναι μονάχα μέσα σε όνειρο;[2]»: Vi Veri Veniversum Vivus Vici.

«Που ταξιδεύεις πάλι ενώ χαροπαλεύεις με την αρρώστια και τη μοναξιά σου, σε μία τελευταία προσπάθεια να συνειδητοποιήσεις την αιωνιότητα σου; Μήπως στα έσχατα όρια σου, ενώ στέκεις μπροστά στη θάλασσα με το ατάραχο χαμόγελο;».

«Θα τρέμεις μπροστά στο θάνατο;».

«Ναι. Αλλά δεν θα έχω χάσει τίποτα από αυτό που πρέπει να αποτελεί αποστολή μου, που είναι να ζω. Aedificabo et destruam, λέει ο Μοντερλάν. Τα λουλούδια, τα δάκρυα, οι αναχωρήσεις είναι για αύριο. Απόψε, ήρθε η σειρά μου να χτίσω και να γκρεμίσω». El VERO EDEN. Διαβάστε περισσότερα