Η τελευταία καραμέλα | Θεοδώρα Συμεώνογλου

Τα τελευταία χρόνια, όποτε πήγαινα στο πατρικό, ο μπαμπάς μου μού έβαζε κρυφά σε μπουφάν, τσάντες και ζακέτες καραμέλες, για να έχω κάτι γλυκό πάντα μαζί μου, έλεγε.

Τους τελευταίους μήνες που η άνοια τού είχε χτυπήσει την πόρτα, ξεχνούσε ότι είχε βάλει και ξανάρχισε να μου γεμίζει τις τσέπες δύο και τρεις φορές μέσα σε λίγη ώρα.

Εγώ έκανα πως δεν τον έβλεπα και ’κείνος διασκέδαζε που μού ’βαζε καραμέλες στα κρυφά. Καμιά φορά «τον τσάκωνα» κι εκείνος γελούσε σα μικρό παιδί που έκανε σκανταλιές.

Χθες τον αποχαιρετήσαμε και το απόγευμα που γύρισα σπίτι με ’πιασε μια μανία να βρω έστω μία από ’κείνες τις καραμέλες. Δεν είχε προλάβει να μου κρύψει άλλες…

Έψαχνα έψαχνα, άδειασα τσάντες και ζακέτες… Μέχρι που βρήκα μία. Μία τελευταία καραμέλα με γεύση πορτοκάλι και πικρά αντίο.

Το δάσος | Γιώργος Σαράτσης

saratsis (2)

Κάποτε στο δάσος
δεν συμβαίνει τίποτα –
απολύτως τίποτα
Ακινησία
μες στη σιωπή των κορμών
και των φύλλων
Χώμα ζεστό
και μικρά πτώματα
θρέφουν τις ρίζες

Κάποτε το δάσος
στέκει αθόρυβο –
σαν να μην υπάρχει
Κι εγώ
ανάμεσα από κωνοφόρα
σε κάποιο ξέφωτο
ή πάνω σε βράχο
αφουγκράζομαι
το τίποτα –

το απολύτως τίποτα

Δεν ενδίδω πια | Νόνη Σταματέλου

Στην επικίνδυνη ψευδαίσθηση του φθινοπώρου δεν ενδίδω πια

Τα δέντρα τα γυμνά
και τα κυκλάμινα στις παρυφές των λόφων δεν με ξεγελάνε.
Δεν ρομαντζάρω στη βροχή
Ούτε στοχάζομαι τη ζέστη του τζακιού
στον επερχόμενο χειμώνα.

Κι αν πόθησα ποτέ να περπατήσω
σ’ ένα δάσος με φύλλα ξερά
είναι γιατί δεν ήξερα καλά τί χρώμα έχει ο θάνατος

Της νιότης τα καμώματα τώρα θυμάμαι και γελάω.

Για ποιο φθινόπωρο ειδυλλιακό μιλάτε
Ποια ομορφιά στη χειμωνιά;

Κλαίω σ’ ένα ακρογιάλι παιδικό
γιατί μέσα απ’ τα χέρια μου ’χουν πάρει
’κείνο το αιώνιο το καλοκαίρι.

Κανείς δεν είναι μόνος | Τάσος Λειβαδίτης

Κανείς δέν εἶναι μόνος

«Ἦρθα», ἔλεγες πάντα μπαίνοντας στό δωμάτιο, παρ᾿ ὅλο πού δέν
σέ περίμενε κανείς.
Ὅμως ἀκριβῶς αὐτό σου ἔδινε μιά βαθύτερη ἀπάντηση.

***

Ἐρήμωση

Ὅσο θυμᾶμαι τή ζωή μου, δέν εἶχα τίποτα δικό μου, ἔξω ἀπ᾿ τό φόβο, κι ἕνα τουφέκι, πού, νύχτα, μέ σημάδεψαν μ᾿ αὐτό.
Σιωπή. Οἱ νεκροί ἂς μᾶς συχωρέσουν.


[τό ποίημα Κανείς δέν εἶναι μόνος ανήκει στή συλλογή Ἀνακάλυψη (1977),
ενώ η Ἐρήμωση στη συλλογή Νυχτερινός ἐπισκέπτης (1972), εκδ. Κέδρος]

Εσωτερική επικονίαση | Αθανασία Γιασουμή

Περπάτησα πολύ μέχρι να φτάσω μέσα μου·
επιτέλους, μπορώ να δω τον δρόμο μου ν’ ανοίγει
λωτός, θαρρείς, και πολυπέταλος στην όψη
μ’ όλες τις ράτσες να ευωδιάζουν χρώματα,
με τους ανθήρες του να λάμπουν
και να στάζουν γύρη
Τώρα τις μέλισσες μπορώ να θρέψω
για να θρέψουν τους ανθρώπους
Κι αν τις ακούσεις
σαν τις λέξεις να βουίζουν
μη σε γελάσει η φωνή:
θα ’ναι γιατί ζαλίστηκαν απ’ την πολλή σιωπή
μέχρι να βγουν απ’ την κυψέλη.

Δεν εκκολάπτεται στο φως η ομορφιά
κι ας σε τυφλώνει.


εικόνα: Πάνος Κεφαλάς