Γράφω και διδάσκομαι | Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Ξημέρωσε.

Kαταλαβαίνω για ποιο λόγο καταγίνομαι με τα γράμματα. Γιατί πρέπει να αξιωθώ να γίνω συγγραφέας. Ένας απλός γραφιάς, εξακολουθώντας καθημερινώς να γράφω τα πάντα. Δεν έχω ούτε ξέρω άλλο τρόπο, ώστε να μπορέσω να φυλάξω και να διατηρήσω την πίστη μου.

Eίναι αυτό μια δύναμη, που μπορείς να την προσφέρεις ως νερό.

Tο νερό μάς κάνει ανθρώπους. Παύουμε νάμαστε αντικείμενα με ωρισμένες φυσικές, φυσιολογικές και ψυχολογικές ιδιότητες αποκλειστικά. Aποχτάμε τη δύναμη να εκφραζόμαστε και να εκφράζουμε. Γράφουμε αυτό ’ναι η γης, η άνοιξή της, τα λουλούδια της, η χλόη. Bλέπουμε τον Oυρανό και καταγράφουμε τη δόξα του Kυρίου.

Tο αμαρτωλό, θνητό σώμα μαθαίνοντας να γράφει, δοξάζεται. Δοξάζοντας τον Oυρανό, κάνει μια προσπάθεια που δοξάζει το ίδιο. Προσπάθεια που μας εξομοιώνει με ό,τι δεν είμαστε.

Aυτό που δεν είμαστε, μας κάνει η γιορτή της Λαμπρής. Πέρασε η Kυριακή, αλλά όλη την εβδομάδα που ακολουθεί, οι νεκροί δε θάβονται με τη συνήθη Aκολουθία, παρά με προεξάρχοντα λόγο σ’ αυτή το “Xριστός Aνέστη”.

Kάθομαι και γράφω “Xριστός Aνέστη”, όπως το άκουσα τόσες φορές να λέγεται πάνω από τους τάφους, εις αντικατάσταση των περί ματαιότητας του κόσμου, του οποίου όλες τις αξίες διαδέχεται ο Θάνατος.

Tον θάνατο διαδέχεται ο Xριστός, η αιώνια αγάπη του, ελπιδοφόρο φως που αξιωνόμαστε, ικετεύοντας τους Oσίους και Mάρτυρες, τους Προφήτες και Δίκαιους, όλους τους Aγίους, τους Aποστόλους μαθητές του Kυρίου, και την Aειπάρθενο, Θεοτόκο μητέρα αυτού.

Γράφω και διδάσκομαι, τα ονόματα που πρέπει να μάθω να καλλιγράφω, προκειμένου να έχω πάντα άσβηστη, τη δύναμη του Aναστάντος Xριστού επάνω μου, συντηρώντας με ποικίλους συνδυασμούς γραμμάτων, την χαρά της χθεσινής Kυριακής της Aναστάσεως.

Aπό το Πάσχα του 1940 και μετά, πόσα χρόνια θα χρειαστεί να γράφω συνέχεια, ώστε πεθαίνοντας να διέλθω στην εν Xριστώ Αιώνια ζωή;

[απόσπασμα από τα Oμιλήματα, εκδ. Aκρίτας, 1992]

Αναπνέω πολύ κοντά στη γλώσσα | Βασίλης Αλεξάκης

Το γράψιμο με κουράζει, με βασανίζει, μου παρέχει όμως ταυτόχρονα κάποια ευχαρίστηση. Νομίζω οφείλεται στην επαφή μου με τη γλώσσα. Αναπνέω πολύ κοντά στη γλώσσα, αυτό κάνω.

***

Όταν κυκλοφορώ στους δρόμους της Αθήνας θαρρώ ότι ακούω συνέχεια τη χαμηλόφωνη κουβέντα ενός εργολάβου οικοδομών μ’ έναν υπάλληλο του δημοσίου. Κάθε πολυκατοικία μαρτυρεί με τον τρόπο της ότι υποχώρησε τελικά ο υπάλληλος.

***

Η αποστολή του σχολείου δεν ήταν να μας μυήσει στην ποίηση ή τη φιλοσοφία, αλλά να μας μάθει μια γλώσσα, που, χωρίς να είναι ολότελα ξένη από τη δική μας, δεν έπαυε να είναι δυσκολότατη. Αν μελετούσαμε τους αρχαίους σε μετάφραση, όπως οι Γάλλοι ή οι Γερμανοί μαθητές, είναι πιθανό να μας συνάρπαζαν και να ενδιαφερόμασταν εντέλει και για την γλώσσα τους. Αλλ’ αντί να ξεκινάμε από τα έργα για να φτάσουμε στη γλώσσα, εμείς ξεκινούσαμε από τη γλώσσα και δεν φτάναμε ποτέ στα έργα. Μας απασχολούσε το γράμμα και όχι το πνεύμα των κειμένων.

***

Κι εγώ ζω περιστοιχισμένος από φαντάσματα… Δεν μ’ αρέσει καθόλου, όταν τρώω μόνος στο εστιατόριο, να μου παίρνουν τις καρέκλες του τραπεζιού μου. Συνομιλώ με άτομα που απουσιάζουν, ξανασκέφτομαι συζητήσεις που έχω κάνει ή που είναι πιθανό να κάνω στο μέλλον. Δυσαρεστούμαι όταν μου ζητούν τις καρέκλες, γιατί στην πραγματικότητα είναι όλες πιασμένες.

***

Το πρόβλημα είναι ίσως ότι δεν ξέρουμε τι να κάνουμε τα χέρια μας, είπε ο Κώστας. Αντίθετα με τα πόδια, τα μάτια ή τ’ αυτιά, τα χέρια δεν έχουν σαφή προορισμό. Σ’ εμάς εναπόκειται ν’ αποφασίσουμε τι θα κάνουν, να τους βρούμε μια ασχολία. Μαθαίνουμε ένα επάγγελμα για να απασχολούμε τα χέρια μας. Μαθαίνουμε οδήγηση για τον ίδιο λόγο. Οι τσέπες των ρούχων μας μας επιτρέπουν να λύνουμε προσωρινά το πρόβλημα, όπως και το κομπολόι ή το τσιγάρο. Την ιδανική βέβαια λύση την προσφέρει το γυναικείο κορμί. Δεν θα ερωτευόμασταν ίσως, αν δεν είχαμε αυτό το πρόβλημα.

[αποσπάσματα από το μυθιστόρημα Η Μητρική Γλώσσα
του Βασίλη Αλεξάκη, εκδ. Εξάντας, 1995 ]

Για την συλλογή “Ερημιά” του Νίκου Μπατσικανή

saratsis

Μοναχικοί μονόλογοι, σαν προσευχή, η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μπατσικανή με τίτλο Ερημιά από τις εκδόσεις Βεργίνα.

Ποιήματα απόρροια κάποιας απόγνωσης και αφοπλιστικά ολιγόστιχα που καταθέτουν μια εμπειρία συγκεκριμένη.

Στίχοι όπου χωρούν οι εποχές μιας ζωής, κυρίως η άνοιξη και το καλοκαίρι και μια αγάπη που πάντα αργεί ή το πιο συχνά, σε αφήνει μόνο σε μία οδυνηρή αναμονή.

Ξεχώρισα τα σύντομα Επιλογή (σ. 9), Δέσμευση (σ. 10), Αξιοπρέπεια (σ. 33), Τιμή (σ. 34), Πλεονεξία (σ. 40), Προφητεία (σ. 43) και Ξεπεσμός (σ. 63). Κι επέτρεψα να με τσακίσουν οι στίχοι: Όλο να κόβουν / από ’να κομμάτι σου / κι όμως / να μη χορταίνουν.

Αντίκρισα τον έρωτα με δρεπάνι στο χέρι και μια ξεθυμασμένη μαγκιά να σέρνεται στο πάτωμα, αφού κάποτε ξεδιψούμε με αίμα αντί με νερό. Αντίκρισα τον Λόρκα και την Αλόννησο και ένιωσα πώς μια παρουσία απαλείφει κάπως την ερημιά της πόλης.

Ο πυρήνας της συλλογής, ένα αιχμηρό σημείο ειλικρίνειας: «γερνάω καλά». Μαζί με ένα αναπάντητο ερώτημα: πού σταυρώνονται οι απόκληροι της αγάπης;

Διαπιστώσεις για τον εκτροχιασμένο μας καιρό και μια πραγματικότητα που μετοίκισε σε οθόνες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Εν ολίγοις, τίμια ποιήματα από μία τίμια φωνή.

Σε περιμένει πολύς δρόμος. / Ανηφορικό, κακοτράχαλο / κι έρημο μονοπάτι∙ / σ’ το λέω.


Γιώργος Σαράτσης
Ελασσόνα, 31 Δεκεμβρίου 2020

Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών | Μίλτος Σαχτούρης

Στήν Ἑλένη Θ. Κωνσταντινίδη

Εἶναι τά λυπημένα Χριστούγεννα 1987
εἶναι τά χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναί, τά χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!

σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…
Ἄ! ναί εἶναι πάρα πολλά.

Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ὁ Διονύσιος Σολωμός

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ὁ Νίκος Ἐγγονόπουλος

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ὁ Μπουζιάνης

πόσα ὁ Σκλάβος
πόσα ὁ Καρυωτάκης

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ὁ Σκαλκώτας

πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα
Χριστούγεννα
τῶν Ποιητῶν.


[Από τη συλλογή Καταβύθιση, 1990]

Παρακαταθήκη ενός προαναγγελθέντος θανάτου | Ειρήνη Ιωαννίδου

All-focus

Λεντ φωτισμός, η εξόρυξη της αγάπης σε μια φάτνη που αχνίζει στην προκυμαία. Παρακαταθήκη ενός προαναγγελθέντος θανάτου, η ξαφνική σύσπαση στον λαιμό. «Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί». Με πόδια ανθρώπου στέκεσαι μπροστά στο θαύμα, στον ρηξικέλευθο λόγο ενός ποιητή, στη κόκκινη κόμη ενός κοριτσιού. Η υγρασία τρυπάει κόκαλα. Μια καρέκλα καφενείου, η σιωπηλή συμφωνία των βλεμμάτων.

Ένας κορμός στολισμένος με φωτεινές ενδείξεις στην άδεια τραπεζαρία. Εγώ θα περιμένω την μεταμεσονύχτια προβολή, μετά το δείπνο της αγάπης, όταν θα επιστρέψεις δίχως αποσκευές.