Πρόλογος σε κάθε πιθανό μέλλον | Βασίλης Πανδής

All-focus

3.

Έτσι σε δάση ψιθύρων βαθιά
σε όλους της παραφοράς μου
τους βυθούς
σε γνώρισα

κι από την εξορία του στήθους
φέρνω και πάλι τώρα τη φωνή
εντός σου
να ριζώσει

***

4.

Άξιζε τόσες μυριάδες χρόνους
στο ακόνι της θάλασσας
μόνος
να μείνω
μια τέτοια γλώσσα
για να πλάσω

άξιζε μόνος
για τη μόνη γλώσσα
που μπορεί
να σε δεχτεί

που μπορεί
να πει
κάτι τόσο μικρό
όσο και τούτο

***

6.

Αίμα μου φυλακή μου
πώς γίνεσαι
λάμψη της αβύσσου
πώς

και τι κρυφές διαδρομές
του νερού
κάτω απ’ το χώμα
της φωνής σου

απείθαρχα ποτάμια
σε ζουν
απείθαρχα
με κυλούν

στο χαμό μου με πάνε;

Σπασμένος άγγελος | Αντωνία Σκανδάλη

agls

Βουβός σαν άγαλμα, σε παρατηρώ να στέκεις. Κάθεσαι στον πάγκο της κουζίνας, στο χέρι σου ένα τσιγάρο καίει αργά, τα μάτια σου που κάποτε θύμιζαν ήλιο, τώρα έχουν αφεθεί στη σκοτεινιά που έχει κατακλύσει το μυαλό σου. Σε παρατηρώ. Το πρόσωπό σου έχει μια θλίψη ακατανόητη σε ’μένα, το χαμόγελό σου έχει χαθεί, ο άλλοτε ασφαλής τόπος που με ταξίδευε η φωνή σου έχει σβηστεί από τον χάρτη μου. Μόνο η ατέρμονη σιωπή στοιχειώνει τώρα το δωμάτιο και το χάσμα ανάμεσά μας μεγαλώνει. Θυμίζεις έναν άγγελο με σπασμένα φτερά, μια παρουσία γεμάτη γαλήνη που κάποιος επιτήδειος αποφάσισε με τη βία να σου πάρει ότι πιο πολύτιμο είχες, τα φτερά σου. Διαβάστε περισσότερα

Δανεικές λέξεις | Μαρία Ανθίδου

Μα

Πάντα ένοιωθα άβολα με τις λέξεις. Τις θεωρούσα εχθρικές, με ξεγελούσαν. Κάτι ήθελα να πω και η σωστή λέξη ξεγλιστρούσε φοβισμένη. Την αντικαθιστούσα με μια άλλη για να καλύψω το κενό κι έτσι έλεγα πάντα κάτι άλλο από αυτό που αισθανόμουν. Όχι, καλύτερο ή χειρότερο, αλλά άλλο. Έτσι, σιγά σιγά τις ξέμαθα τις λέξεις κι έμεινα με την σκιά των λέξεων στο μυαλό μου – κάτι σαν την σπηλιά του Πλάτωνα, μονάχα με πιο πολύ σκοτάδι.

Αυτός είναι ο λόγος που αγάπησα τα βιβλία. Εκτός ότι μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις σαν ασπίδα – “αυτή διαβάζει, μην ενοχλήσω” – μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις και σαν γέφυρα – “αυτή διαβάζει το ίδιο βιβλίο με μένα… πώς σας φάνηκε; – και με πολλούς άλλους τρόπους, ανάλογα με την φαντασία και την επιταγή της ανάγκης. Το βασικότερο όμως για ’μένα ήταν ότι κάποιος άλλος μου δάνειζε τις λέξεις του. Μου δημιουργούσε έναν κόσμο ασφαλή να ζήσω χωρίς να πάρω κανένα προσωπικό ρίσκο και χωρίς καμία ευθύνη. Γελούσα, έκλαιγα, απελπιζόμουν με δανεικά.

Δανεικές λέξεις, δανεικά αισθήματα, δανεική ζωή. Επειδή στη δική μου ζωή ούτε με τη σιωπή αισθανόμουν βολικά. Εκεί δυσφορούσα ακόμα περισσότερο. Χειροτέρευαν οι φόβοι μου. Διάλεγα τη φυγή. Την αποφυγή, την υπεκφυγή, την καταφυγή, αλλά μια φυγή, όποια φαινόταν πιο κομψή την κάθε φορά.

Για αυτό δυσκόλεψα τους φίλους μου. Έπρεπε να έχουν υπομονή. Να περιμένουν να γυρίσω κουρασμένη από τους ανεμόμυλους, να αφήσω στα πόδια τους την πανοπλία του φόβου και να κοιτάξουν τα μάτια μου. Εκεί με έβρισκαν άλλοτε σε αλμυρές λίμνες, άλλοτε σε φεγγερά περάσματα κι άλλοτε στην πλησμονή της απελπισίας κι αυτοί με επιμονή γιάτρευαν τις πληγές μου για να χαμογελάσω και να βρω κάποια θαμμένη λέξη όπως ευγνωμοσύνη, αγάπη, αλληλεγγύη, μαζί να την κάνω πυξίδα για να ξαναγυρίσω και την επόμενη μέρα.

Φίλοι μου, σας ευχαριστώ που μείνατε δίπλα μου.

Προσέχτε τη νοσταλγία, θα σας σκοτώσει | Γιάννης Κοντός

Εισέρχεται στο δέρμα και στο αίμα
όπως η ψείρα. Έχει τα ίδια συμπτώματα.
Φαγούρα, μολύνσεις, εκτεταμένη καταστροφή
των ιστών, που τις περισσότερες φορές φτάνει
μέχρι το κόκαλο. Ο ασθενής πέφτει σε μεγάλη
λύπη. Κοιτάζει τις πλάτες των ανθρώπων
και πιστεύει ότι το περαστικό πρόσωπο
είναι το δικό του, το φευγάτο, το χαμένο.
Κάθεται σε καρέκλα με τα χέρια
στα γόνατα, σε προχωρημένη σήψη
–ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται τίποτα–
και προσπαθεί να μπαζώσει το κενό
με αυτές τις σκέψεις μέδουσες. Προσέχτε,
δεν είναι παρελθόν, υπάρχει ουσιαστική διαφορά.
τον υπνωτίζει ύπουλη μουσική πνευστών
και συνομιλεί και μονολογεί με μαλλιά,
χείλη, αυτιά και χέρια
ή ολόκληρα σώματα γυναικών
που βγαίνουν από τοίχους
ή αναδύονται απότομα
από το πάτωμα και τα διάφορα έπιπλα του σπιτιού.
Αν συνεχίσει έτσι, θα καταλήξει
πεταμένη εφημερίδα μα παλιές ειδήσεις
στο δρόμο.

[Στο γύρισμα της μέρας, σελ. 34 | 1992]

Ποιητικό υστερόγραφο | Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

kar

Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να ’ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.