Εσχάτη μνήμη παρηγορητική | Μαρία Δούμπα

kol

Δυο τρεις χρονιές όλες κι όλες είχα το προνόμιο. Κοριτσάκι 9-11 ετών. Η νάνα μου η Ika (Velika), παράγγελνε στη μάνα μου να με στείλει πρωί το Ψυχοσάββατο των Απόκρεω, για να μοιράσω τα «πιάτα». Ντυμένη, νιμμένη, χτενισμένη, λοιπόν, έτρεχα στην ανηφοριά-sokak –που είχε τόσες πέτρες και πετρούλες σαν φυσικό λιθόστρωτο σχεδόν– για να αναλάβω το καθήκον, να μεθέξω στην τελετουργία δηλαδή.

Η νάνα-Ika, ψηλή, σοβαρή ιερουργούσε στην κουζίνα της. Τα είχε όλα σχεδόν έτοιμα αγιασμένα από τα χεράκια της – θα είχε ξυπνήσει αχάραγα. Όλα σπιτικά, μοσχοβολιστά, φτιαγμένα με τα αμόλυντα τότε αγαθά της οικιακής οικονομίας. Κάθε «πιάτο» ανακαλούσε τις ψυχές με: ένα κομμάτι φρεσκοψημένη «πουγκάτσια»* ή πούπκα**, ένα κομμάτι τυρί φέτα, λίγες ελιές, ένα κομμάτι λαχταριστή τυρόπιτα κι ένα κομμάτι άλλη πίτα (σπανακόπιτα ή πίτα με λάχανο ράσουλ κλπ). Κι αυτό που κυρίως με εντυπωσίαζε: δυο βραστά αυγά βαμμένα με κρεμμυδόφλουδες, γλυκό καφεκόκκινο χρώμα και γεύση σαν ελαφρά καπνιστή. Γλυκό οπωσδήποτε πούπκα μπλάγκα*** ή ρεβανί, δεν τα ξέρανε τα κέικ οι γιαγιάδες μας. Διαβάστε περισσότερα

Σαββάτο των ψυχών | Γιώργος Σαράτσης

Σώματα εκτεθειμένα στην κάψα του απογεύματος. Θυμάμαι νεαρό τουρίστα να περιπλανιέται ανυποψίαστος στο γρασίδι της Αρχαίας Αγοράς. Μυρωδιά ανθισμένου τίλιου.

Πήρα ν’ ανηφορίσω προς Προφήτη Ηλία κι από ’κει στους Δώδεκα Αποστόλους για τον εσπερινό. Παραταγμένα πιάτα με κόλλυβα, γυναίκες παλιές μ’ ένα χαρτί υπέρ αναπαύσεως στο χέρι με τα ονόματα των κεκοιμημένων. Ονόματα στη γενική. Σαν όλοι ν’ ανήκουν σε όλους. Ακόμα και το «μιμνήσκομαι» με γενική συντάσσεται. «Μνήσθητι Κύριε» σα να ’μαστε μόνο οι μνήμες μας. Σα να ’μαστε οι νεκροί μας.

Αργά το απόγευμα ένα άλλο σούρουπο. Θυμάμαι σιλουέτες ανθρώπων να χάνονται σ’ ένα γκρίζο ροζ πορτοκαλί που έφερε βροχή. Πάντων ων ουδείς εστίν ο μνημονεύων αυτούς. Και μύρισε γη και νοτισμένο χώμα. Μέχρι και η άσφαλτος ανέδιδε μυρωδιά σωμάτων. Όλα χαρισμένα στο τέλος.


[αναδημοσίευση από το ιστολόγιο: apotypoma.blogspot.com]

Πάψετε πια | Κώστας Ουράνης

fx

Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε
κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια:
το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!

Τί; Πάλι να γυρίσουμε στη βαρετήν Ιθάκη,
στις μίζερες τις έγνοιες μας και τις φτηνές χαρές μας
και στην πιστή τη σύντροφο, που σαν ιστόν αράχνης
ύφαινε την αγάπη της γύρω από τη ζωή μας;

Πάλι να ξέρουμε από πριν το αύριο τί θα ’ναι
και να μη νιώθουμε καμιά λαχτάρα ν’ ανατείλει,
πάλι σαν τους ανήλιαστους καρπούς, που μαραζώνουν
και πέφτουν σάπιοι κατά γης να μοιάζουν τα όνειρά μας;

Η τόλμη αφού μας έλειψε (και θα μας λείπει πάντα!),
να βγούμε, μόνοι, απ’ τη στενή και τη στρωτή μας κοίτη
κι ελεύτεροι, σαν άνθρωποι στη χαραυγή του κόσμου,
τους άγνωστους να πάρουμε και τους μεγάλους δρόμους,

μ’ ανάλαφρη περπατησιά σαν του πουλιού στο χώμα
και στην ψυχή μας ριγηλή σα φυλλωσιά στην αύρα,
τουλάχιστο ας μη χάσουμε την ευκαιρία τώρα
το παίγνιο να γίνουμε των άγριων των κυμάτων

κι όπου το φέρει! Ως πλόκαμοι μπορούν να μας τραβήξουν
τα κύματα στης θάλασσας τα σκοτεινά τα βύθη,
μα και μπορούν, στη φόρα τους, να μας σηκώσουν τόσο
ψηλά — που με το μέτωπο ν’ αγγίξουμε τ’ αστέρια!


Ποιήματα, Εστία, Αθήνα 1953

Η Κραυγή | Πάνος Κεφαλάς

Ιούνιος, 1917.

Στο άγριο σκοτάδι του πολέμου, καθώς έρχεσαι αντιμέτωπος με το θάνατο, η «ματιά», η μόνη σωτηρία, εσύ αγαπημένη μου σε κάθε αντίο των πράσινων ματιών σου στο σιδηροδρομικό σταθμό, στην εξώπορτα του σπιτιού μας, στο νυχτερινό παιχνίδι του ύπνου.

Αυτή η «ματιά», που συνδέει το μάτι με την ψυχή μας, σαν άλλο οπτικό νεύρο, είναι ένα κόκκινο κουβάρι που μέσα στο απέραντο σκοτάδι του χωματένιου στήθους μου, παλεύω μανιωδώς να βρω, να γραπώσω, για να βγω από το σπήλαιο του θανάτου. Θα βγω; Θα ξαναδώ τα μάτια σου;

Ζω σε μία κρίσιμη στιγμή της υπάρξεώς μου, ενός κόσμου που γκρεμίζεται κι ενός άλλου που ακόμα δεν έχει γεννηθεί. Ο πόλεμος που θα τελειώσει τον πόλεμο, είναι ο νόμιμος άρχοντας του καιρού τούτου. Η ανώτερη αρετή σε κάθε σφύριγμα του διοικητή καθώς καβαλάμε τα συρματοπλέγματα της πρώτης γραμμής, δεν είναι άλλη παρά να μάχεσαι για την ελευθερία. Μα εγώ αγαπημένη μου δεν βλέπω την ελευθερία στο σπήλαιο που βρίσκομαι. Μόνο μια χούφτα τριών γενεών πρωτόγονων ανθρώπων, στοιβαγμένοι ο ένας πλάι στον άλλο κολλητά, μέσα στη βροχή και τη λάσπη. Ήμουν τίμιος άνθρωπος πριν από τον πόλεμο, τώρα ήρθα εδώ για να σκοτώσω και να σκοτωθώ.

Κάθε φορά που καταφέρνω να βρω το κόκκινο κουβάρι και το ακολουθώ, η «ματιά» με φέρνει αντιμέτωπο με τα χαρακώματα της πρώτης γραμμής. Φωνές, ουρλιαχτά, οβίδες και λάσπη. Κι εγώ χωμένος μέσα στη γη, μέσα σ’ ένα αδιάκοπο πεδίο μάχης με παράλληλες γραμμές και απειράριθμά ορύγματα. Η γη! Πλημμυρισμένη από νερά, νερόλακκοί, μεγάλες τρύπες σα χωνιά και συρματοπλέγματα. Τι είναι ο πόλεμος; Ένα δίκτυο χιλιομέτρων, με σακιά νεκρών ψυχών να τα ποδοπατούν άλλα σακιά μελλοθάνατων ψυχών. Παντού θωρώ σακιά.

Ανασηκώνω το χέρι μου να πιάσω το κόκκινο κουβάρι για να βγω. Να έρθω σε εσένα. Η χλαίνη γιομάτη αίμα. Κάτω από τη μεγάλη γαλάζια σουπιέρα που φορώ για κράνος, ανάμεσα στα δυο μελίγγια μου, η φλόγα σιγοσβήνει. Σ’ ακολουθώ «ματιά» μου, μα δεν θωρώ τα πράσινα σου μάτια. Δεξιά νιώθω τον τρόμο. Ζερβά τη σιωπή. Κι ανάμεσα στο χωματένιο στήθος μου είναι μονάχα ο θάνατος.

Κινώ να βγάλω μια κραυγή. Κατάφερα να πιάσω το κουβάρι. Σέρνω το ανεμικό κορμί μου έξω από το σπήλαιο. Εκλιπαρώ να είσαι εκεί όταν τα μάτια μου θα ανοίξω.


Στρατιωτική ποίηση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου
Από το συλλογικό Chemins des Dames – Ο δρόμος των κυριών

Χωρίς ταυτότητα | John Keats

Ο ποιητής είναι το λιγότερο ποιητικό πλάσμα που υπάρχει, γιατί δεν έχει ταυτότητα. Είναι διαρκώς στα πρόθυρα ή στη διαδικασία να γεμίζει ένα άλλο κορμί. Ο ήλιος, το φεγγάρι, η θάλασσα, οι άντρες και οι γυναίκες, πλάσματα προικισμένα με ενόρμηση, είναι ποιητικά και έχουν στην κατοχή τους κάποιο μόνιμο χαρακτηριστικό. Ο ποιητής δεν έχει: είναι χωρίς ταυτότητα· είναι σίγουρα το λιγότερο ποιητικό από όλα τα δημιουργήματα του Θεού.

***

A Poet is the most unpoetical of any thing in existence; because he has no Identity – he is continually in for – and filling some other Body – The Sun, the Moon, the Sea and Men and Women who are creatures of impulse are poetical and have about them an unchangeable attribute – the poet has none; no identity – he is certainly the most unpoetical of all God’s Creatures.


[απόσπασμα επιστολής στον Richard Woodhouse, 27 Οκτωβρίου 1818 |
αναδημοσίευση από: apotypoma.blogspot.com]