Σε τρίτο ερωτικό | Χαραλαμπία Πνευματικού

chapn

Πόνος έρχεται,
όμως, ποτέ δεν φτάνει
να σε λυτρώσει.

*

Κέντα με, νύχτα,
τα σχέδιά σου πια κανείς
δε λογαριάζει

*

Πώς πέρασαν τα
χρόνια μου τόσο άδεια
δεν κατάλαβα.

*

Έσταξες, ψυχή
μου, τόσο πόνο μέχρι
να με λυτρώσεις.

*

Ο πόνος φεύγει
και γυρίζει βιαστικά
μαζί με σένα.

*

Ο έρωτάς μου
όπλο πια στα χέρια του
πιο αδύναμου.

*

Περνά ο χρόνος
ο άνθρωπος μοναχός
ζητά συντροφιά.

*

Με εγκλώβισαν
οι σκέψεις και μου ’φεραν
το άρωμά σου.

*

Μαύρο το αίμα
που κυλά στις φλέβες των
ερωτευμένων.

*

Ζούσα ήρεμος
κι ήρθε φως κι εσύ
έφυγες πάλι.

*

Η -εν δυνάμει-
αυτοβιογραφία
είναι ποίηση.

*

Προσευχήσου να
πονώ, να μη στερεύει
η έμπνευσή μου.


[επιλογές από την συλλογή Σε τρίτο ερωτικό – χαϊκού, εκδόσεις ιωλκός, Αθήνα 2019]

2 ποιήματα | Τσιμάρας Τζανάτος

Ξέρω ότι περίμενες να περάσω.
Είχες αποφασίσει να αγαπήσεις τον πρώτο περαστικό.

Δεν πέρασα.
Δεν με αγάπησες.

Αγάπησες τον επόμενο.

Ο επόμενος,
δεν θα μάθει ποτέ
πως εμένα περίμενες.

Όταν μια μέρα τον αφήσεις,
δεν θα ξέρει
πως για ’μένα τον άφησες.

Που δεν με συνάντησες, τότε.

Περίεργο πράγμα ο έρωτας.
Συναντάμε μόνο τη σκιά του.
Ουδέποτε τον ίδιο.

***

Όταν δίνω το χέρι μου σε μια γνωριμία,
δεν υπολογίζω ότι ο άλλος ζυγίζει –
το βάρος του σε κρέας.

Ότι ψάχνει – την ανταλλακτική του αξία στην αγορά.
Ότι ψαύει – τον βαθμό ευγενείας του δέρματος,
για να το κάνει γάντια για το χειμώνα του.

Όταν δίνω το χέρι μου – εμένα δίνω.
Όταν μου δίνουν το δικό τους – έχω την πιθανότητα
να μου έχουν δώσει τον κόσμο ολόκληρο.

Δεν είναι απλό πράγμα οι χειραψίες.
Κινδυνεύεις κάποιες φορές να μείνεις δίχως χέρια.

Δείτε πόσοι γύρω μας προχωρούν
με τα χέρια κρυμμένα στις τσέπες ως τους αγκώνες.


ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΓΝΩΣΤΟΥ: “Η βία του βίου”

Μαμά | Μαργαρίτα Καραπάνου

Είμαι γριά, έχεις φύγει, αγαπάω μόνο τα σκυλιά μου. Συχνά σε σκέφτομαι. Αλλά σαν μια φιγούρα στο κενό. Πηγαίνω στον Λυκαβηττό, βλέπω όλη την Αθήνα, βλέπω κι εσένα, εύθραυστη, ονειροπόλα, όπως ήσουνα στο τέλος. Η ψυχή μου στάζει από λατρεία, γυρίζω σπίτι. Τα σκυλιά πεινάνε…

***

Μητέρα, μου λείπεις. Έχουν περάσει τρία χρόνια απ’ τον θάνατό σου. Έχω τους σκύλους… Έξω, μέσα, αγκαλιά… Ο κόσμος μού μιλάει και δεν καταλαβαίνω τι μου λέει… Μόνο τους σκύλους καταλαβαίνω… Είναι χειμώνας: Οι βροχές χτυπάνε τα τζάμια… Το σπίτι είναι έρημο… Ακούω τη φωνή σου… Νεκρή, είσαι δικιά μου. Νεκρή, σ’ αγαπώ περισσότερο. Νεκρή, δεν μπορώ πια να σε σκοτώσω…


[αποσπάσματα από το βιβλίο Μαμά της Μαργαρίτας Καραπάνου, εκδ. Ωκεανίδα, 2004]

Ο καλός ινφλουένσε | Δημήτρης Μακούσης

Του καλού ινφλουένσε το στάτο πρέπει νάχει απύθμενο γλείψιμο, γαργάλημα κατώτερων ενστίκτων, μίσος άπλετο, κενοφυείς λεκτικούς ακροβατισμούς, πόζα μπόλικη και προσποιητό κυνισμό, ειδάλλως δεν φτουράει. Γενικώς, να πλάθει το ψευδές με χρώμα, ερωτισμό, επαναστατικότητα και λυρισμό από τα lidl. Κάπως έτσι, τα social media καλλιεργούν τις μαζικές παραισθήσεις, τις ψυχικές νόσους, την συλλογική μας παράκρουση και χτίζουν την digital economy του μέλλοντος, αγκαζέ με την big pharma. Ο καλός ινφλουένσε λέει τα πράγματα που ξέρει ό,τι θες να ακούσεις μόνο και μόνο για να φτιαχτείς. Όπως τα πρεζάκια. Εκείνος, την μπάζα του θα την κάνει με κάποιο τρόπο. Κάπως έτσι, μπορεί ο καθένας να καταναλώνει τον εαυτό του με κοινόχρηστα digital ψυχοφάρμακα δια πάσαν νόσον και μαλακίαν. Αλλά δε βαριέσαι, αν έχει ωραίο προφίλ και τα λέει και καλά, και θα καυλώσεις και το σύστημα θα κατατροπώσεις. Δύο σε ένα. Και διεγερτικό και απορρυπαντικό. Κι αν παίζει και ειρωνεία ακόμα καλύτερα. Αφού εσύ είσαι το πιο έξυπνο πλάσμα στη φάρμα. Σίγουρα θα την πεις στους ποταπούς ανίδεους που δεν ίστανται στο ύψος της διανοίας σου, δεν σε καταλαβαίνουν. Ο καλός ινφλουένσε είναι το άλτερ έγκο του καταναλωτή. Πουλάει ονείρωξη κι ινστρουχτοριλίκι. Τα έχει όλα και συμφέρει. Υποδύεται τον Δον Κιχώτη, μα δεν είναι. But, who cares? Σήμερα ενδιαφέρουν μόνο οι εντυπώσεις και τα όμορφα κοστούμια. “Φανέρωσέ μου την μάσκα που κρύβεις, κάτω από τη μάσκα που φοράς”. Αλλά γιατί να το ζητήσεις; Σημασία έχει να σε πείθει κανείς, όχι να είναι. Οι θεοί που απεχθανόσουν κι έδιωξες, μετακόμισαν στα social media. Σου λένε τον καιρό που θες να κάνει στο κεφάλι σου και τους αφιερώνεις σπονδές, λατρευτικές εορτές, το κορμί και την ψυχή σου. Ο καλός ο ινφλουένσε ψαρεύει τσαπαρί και καθετή και παραγάδι και με χίλιους δυο τρόπους. Εσύ, είσαι απλώς το ψάρι.

Πολιτισμός θανάτου | Γιώργος Σαράτσης

Ο πολιτισμός μας είναι πολιτισμός θανάτου. Μάλλον, πολιτισμός εξοικείωσης με τον επερχόμενο θάνατο. Αν πεθάνεις πριν πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις όταν πεθάνεις.

Απ’ τα αρχαία μυστήρια έως το σήμερα, μία αδιάλειπτη τελετουργία εξοικείωσης με το τέλος. Είτε Προμηθέας, είτε Διόνυσος, είτε Άδωνις, είτε Χριστός – όλοι, ήρωες που ενσαρκώθηκαν το κοινό μας πάθος.

Μες στο άνθισμα του Απριλίου τιμούμε την εις Άδου κάθοδο. Γιατί η ζωή δεν κρύβει αντιφάσεις. Είναι την ίδια στιγμή ΚΑΙ θάνατος. Ζωή και θάνατος μαζί. Αδιάσπαστη ενότητα. Όπως η αλήθεια με το ψέμα. Η ηδονή με την οδύνη. Η αγάπη με το μίσος. Το μαζί με το μόνος. Το φως με το σκοτάδι.

Ένας γέροντας μου είπε κάποτε: κάθε φορά που είμαι χαρούμενος κι ενθουσιασμένος να επιτρέπω μια δέσμη δυστυχίας να εισέρχεται μέσα μου. Και κάθε φορά που το σκοτάδι με πετάει στα βαθειά, ν’ αφήνω μια χαραμάδα φωτός να μ’ αναστήσει.

Πριν χρόνια συνάντησα σε καφενείο της πόλης φίλο ποιητή από Κρήτη που έχει φύγει απ’ τη ζωή. Είπαμε τα νέα μας, καπνίσαμε μαζί ένα τσιγάρο. Πριν αποχαιρετιστούμε με ρωτά: «Να σου ρίξω και μια γρήγορη μαντινάδα;»

Και λέει με το τραγουδιστό του ιδίωμα: «Η αμαρτία στη ζωή ανάσταση σημαίνει / μονάχα που η σταύρωση είναι την επομένη».