Ανασκαφές στον Ζυγό | Μάνος Χατζιδάκις

μχ

I.

Όταν ένα περιστέρι πάει να χαλάσει τα καλοχτενισμένα μαλλιά σου, κοίταξε να το μεταπείσεις με το στόμα σου. Να το προσελκύσεις να σε φιλήσει. Το χειρότερο θα ’ναι να το διώξεις με μιά νευρική κίνηση του χεριού σου. Γιατί τότε και τα μαλλιά σου θα ξεχτενιστούν και το περιστέρι ποτέ δεν πρόκειται να σ’ αγαπήσει.

II.

Πηγή της γνώσης κάποτε ξεπήδησε απ’ τη γη σε χώρα αραβική. Όμως κανείς δεν έτρεξε να πιεί και να επωφεληθεί. Κι αυτή, για εκδίκηση, έγινε πετρέλαιο.

III.

Η σημασία των πουλιών δεν φανερώνεται σαν τα φονεύεις με το δίκανο σε φθινοπωρινό κυνήγι. Η σημασία των πουλιών υπάρχει μόνο όταν πετούν. Για να θυμίζουνε τον ξεχασμένο προορισμό μας, που είναι κάποτε να πετάξουμε κι εμείς.

IV.

Μην αποφεύγεις τους ανέμους. Περιέχουν αποκαλυπτικά μηνύματα φίλων νεκρών και συγγενών.

V.

Ανατομικά ο Χρόνος παρουσιάζει τα εξής φαινόμενα. Στην αρχή φανερώνεται ένας μολυβένιος ουρανός. Οι αρτηρίες των ωκεανών φωτίζονται εκτυφλωτικά. Μαύρα πουλιά οι περιφερόμενοι αναστεναγμοί. Σκιές οι θλίψεις των νεκρών. Το χρώμα γίνεται βαθυπράσινο. Μιά κόκκινη κηλίδα από αίμα στο βάθος μεγαλώνει. Μιά κραυγή. Το σχήμα εξαφανίζεται. Και μένει τέλος η απορία των καθηγητών μπροστά σε μία κατάμαυρη πλάκα ακτινογραφίας. Ο σκελετός του Χρόνου δεν έχει φύλλο. Είναι άντρας και γυναίκα μαζί.

VI.

Η αληθινή τέχνη είναι σαν τον Θεό. Περιέχει και σένα αλλά και τον εχθρό σου.

VII.

Οι πέτρες ξεσηκώθηκαν για ν’ ανασάνει ο δυόσμος. Μα φύγαν τ’ άστρα ’πό τη Γη και δάκρυσεν ο κόσμος.

VIII.

Όταν κοιτάς μιά γυναίκα σ’ εξαφανίζει. Όταν κοιτάς έν’ αγόρι, σ’ ανακαλύπτει.

IX.

Ποιός είναι αλήθεια ο πιό μεγάλος πειρασμός; Ο γιός του γείτονα που τόνε λένε Αριστογείτονα.

X.

Όποιος χαϊδεύει το πέος του δεν πάει να πει πως κατ’ ανάγκην αυνανίζεται. Μπορεί και να σκέφτεται. Αλλά, κι όποιος πάλι χαϊδεύει το πέος του δεν σημαίνει πως σκέφτεται. Μπορεί, και μάλλον, αυνανίζεται.


Μυθολογία Δεύτερη, Άγρα 1982

Ο μαθητής μου ο διαφορετικός | Νόνη Σταματέλου

noni

Τα μάτια του τα εφηβικά
ένοχα, αθώα και γλυκά
καθώς μιλούσε στην παρέα
για ποίηση κι άλλα ωραία

Ήταν στην τρίτη γυμνασίου
της τάξης απουσιολόγος
Κι εγώ μια κάτοχος πτυχίου
και διορισμένη θεολόγος
Σ’ ένα σχολειό της επαρχίας
με αίσθημα αποτυχίας
ρωτούσε πάντα κι απορούσε
με σιωπηλές μικρές κραυγές
στέλνοντας σήμα ες ο ες
“Πώς της αγάπης ο Θεός
είναι στ’ αλήθεια τιμωρός
Και πώς δεν δέχεται κοντά του
τα διαφορετικά παιδιά του;”

Ώσπου μια μέρα και μια άλλη
στην έδρα σκύβει το κεφάλι
“Συγγνώμη που ενοχλώ και πάλι…”
Και κλαίει μες στην αγκαλιά μου
Κι εγώ τα λόγια του από τότε
κρέμασα στα παράσημά μου
“Κυρία σας ευχαριστώ
που μου επιτρέπετε κι εμένα
να καταφεύγω στο Χριστό.
Γιατί τα παίρνω στο κρανίο
όταν μου γράφουν στο θρανίο
πώς είμαι γκέι και φυτό”

Εφηβική εξέγερση | Elisabeth Rynell

ΕΡ

Μπα
δεν υπάρχει τίποτε να σ’ ανησυχεί
θα γίνουν σύντομα φρόνιμα
Όλα τα παιδιά θα γίνουν σύντομα φρόνιμα
Μπα
δεν υπάρχει τίποτε να μας φοβίζει
Με το χρόνο θα ησυχάσουν
Δεν πρόκειται ποτέ να γίνουν επικίνδυνα
Για κανένα
Μήτε ακόμη για τον εαυτό τους
Μήτε ακόμη για την ίδια τους τη σταδιοδρομία
Σύντομα θα φρονιμέψουν
Σίγουρα
Φωνάζουν στους δρόμους και τέτοια
Εντάξει
Αυτονομάζονται κουμουνιστές
Μα δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος γι’ αυτό
Αυτονομάζονται κουμουνιστές
και πετούν αβγά στους χωροφύλακες
μπα
Άστους να πετούν
Θα περάσει κι αυτό
Όλα τα παιδιά θα φρονιμέψουν κάποτε
όταν θα ’χουν φωνή μεστή
και πάρουν διορισμό
και ευθύνη
μπα
δεν υπάρχει τίποτε να μας προβληματίζει
Όλοι οι φοιτητές κάνουν τα ίδια
Δεν πιάνουν καμιά δουλειά
Και έτσι πετούν αβγά στους χωροφύλακες
Βρίσκονται σε μια ανία
Και έτσι παίζουν τους αντάρτες
Δεν υπάρχει κίνδυνος
Απλώς περιμένουν να μεγαλώσουν
και να ζήσουν μακριά απ’ τον μπαμπά και τη μαμά
Μετά θα φρονιμέψουν
Σίγουρα
Περιμένουν μόνο να γίνουν μεγάλοι
και δυσκολεύονται να βρουν δουλειά
Δεν υπάρχει τίποτε να μας ανησυχεί
Δεν υπάρχει τίποτε για να βάζουμε τις φωνές
Ίσως να έχουν τύψεις συνείδησης
και θέλουν να ξύνουν την πληγή
Ίσως να θέλουν να φτιάξουν καμιά ηθική
και έτσι φωνάζουν και θορυβούν
μπα
Σύντομα θα σταματήσουνε με τα πλακάτ
τα βρώμικα ρούχα
Σύντομα θα γίνουν φρόνιμα σαν όλα τα παιδιά
Δεν υπάρχει κίνδυνος
Ίσως συμβεί να ψηφίσουν τον Palme
αντί για κάποιον μπουρζουά
αλλά δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος
μπα
Σύντομα θα ησυχάσουν
Έτσι κάνουν όλοι οι φοιτητές
Αγοράζουν σπίτι έχουν γυναίκα και παιδιά
Βέβαια
Αρνούνται να παντρεύονται και ν’ αλλάζουν βέρες
Δεν υπάρχει διόλου κίνδυνος
Τα χαρτιά δεν κάνουν το γάμο
και το φως απατά
μπα
Ηρέμησε με τις φοιτητικές εξεγέρσεις και τους κουμουνιστές
Σύντομα θα ’ναι ευχαριστημένοι
Όπως όλοι οι Σουηδοί
Παραπονιούνται λίγο για τους φόρους
όμως όχι περισσότερο
Δεν υπάρχει κίνδυνος
Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος
Ούτε μια στάλα
Δεν πρόκειται να ξανασηκωθούν
Ούτε όταν πράγματι πρέπει


Σύγχρονοι Σουηδοί Ποιητές, σελ. 94, Ανθολόγηση-Μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου, εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1979

Δύο και ένα | Νίκος Λέκκας

131670431_3485476611570077_5861178278651137884_n

Στον Αλέξανδρο Ματσάγγο

Στην ρεαλιστική μας ζωή, σ’ όλο το διάβα μας, μια μόνο στιγμή, που σχεδόν πάντα επέρχεται με το βλέμμα, μπορεί να γίνει σηματοδότης μιας ολόκληρης ζωής. Μετά οι άνθρωποι της «φυλής» μου το ακολουθούν. Ο Χρήστος τίμια και ειλικρινά έγραψε ότι μαγεύτηκε από πέος αθλητή, μικρούλης, βλέποντάς το από τον φεγγίτη. Ο Βαγγέλης στις παιδικές του μπουρδελότσαρκες, που πάντα οι πουτάνες – πουτάνες οποιοδήποτε φύλου– του πρόσφεραν μια θέση μη εμφανή για τον κόσμο, αλλά από αυτήν μπορούσε να μπει στο νόημα της ζωής. Τα σφαιριστήρια το ίδιο. Όλοι είχαν μια κερδισμένη ζωή.

Κάποιοι από αυτούς έφυγαν πρόωρα. Ο Φώτης διαισθάνθηκε όλη του την ζωή μαζεύοντας σύκα. Αρωγός ένας γείτονας. Και τώρα που τα πάρτυ έχουν χαθεί, της ζωής τα πάρτυ, οι διάσημοι φίλοι μας είναι ή απόντες ή προσκυνήσανε κόμματα και αποκόμματα, οπότε εξίσου απόντες. Και ο χάρος έχει πάρει παγανιά τους καλύτερους. Κανείς δεν πήγε από γεράματα. Επιμένουμε με το ίδιο σθένος, στα ίδια, ο καθένας από το δικό του μετερίζι, χωρίς να πωρωθούμε, χωρίς να ήμασταν ποτέ πωρωμένοι, αλλά μονάχα με μια θρησκευτική ευλάβεια στις ιδέες μας, και χωρίς καμία πίστη στους εξωγενείς παράγοντες.

Και προσφέραμε. Και δεν μας ένοιαζε αν το νιώνανε. Και δεν μας ένοιαζε αν θα το δεχτούνε. Και ποτέ δεν πήγαμε στα κόμματα εξουσίας της οποιασδήποτε διανόησης. Όπως μόνο εξ ανάγκης πατήσαμε σε πρεμιέρες. Και στις κάμερες είχαμε τον ανθρωποδιώχτη. Μόνο κιτρινισμένα σαν από νικοτίνη χαρτιά προσκυνήσαμε. Σε κάποια από αυτά γράψαμε. Για το μεροκάματο. Πριν γίνουν κίτρινα. Πριν την δουν όλοι κίτρινοι. Περίεργοι κόκκινοι γεννηθήκαμε. Χωρίς κρατική μέριμνα από φορείς. Και χωρίς δεκανίκια. Ακόμα και τους κυρίους τούς είδαμε στα σπασίματά τους. Όχι στη δημόσια εικόνα τους. Και δεν υπάρχουν μεγαλύτερες αξίες από τις λαϊκές.

Και σχέσεις με παντρεμένους κάναμε. Ποτέ μας δεν καταδεχτήκαμε να ήμασταν οι αναπληρωματικοί ή στην καλύτερη περίπτωση οι επιλαχόντες. Βέβαια, αισθήματα πνίξαμε για να μην θεωρούν οι έρωτές μας ότι προσπαθούμε να εντείνουμε το φαινόμενο της ρετσινιάς για τα σκασμένα τους. Και τις γυναίκες αγαπήσαμε. Πολύ. Και μας καύλωσαν και ακόμα μας καυλώνουν. Οι πραγματικές γυναίκες. Οι χειραφετημένες.

Εμείς που τα λέμε αυτά. Οι λαϊκοί. Αν και βρεθήκαμε και σε σαλόνια. Ο σκοπός είναι να μπορείς να παίζεις παντού. Όχι να ελίσσεσαι παντού. Γαμήσαμε. Δεν τα γαμήσαμε όμως όλα. Αρχές είχαμε. Δεν ήμασταν πουτάνες νέου γίγνεσθαι. Ακόμα και σε φάσεις πουτανιάς. Η χαρά πρέπει να είναι έμφυτη. Ποτέ της εφευρεμένη. Και ο άνθρωπος όπως όλα τα έμψυχα έχει χαρά μέσα του. Η φύση δίνει χαρά. Και οι χημείες κάνουν την δουλεία τους, ως θεραπεία (γιατί θεραπεία με ματσούνια δεν παίζει – οπότε όχι χασίσι).

Η γνώση δίνει χαρά μαζί μ’ εφόδια. Και τα δημιουργήματα του ανθρώπου μπορούν εν δυνάμει να γίνουν θεάρεστα. Ακόμα και στην αρχιτεκτονική. Το φως ή το υποφωτισμένο δίνει χαρά. Το εντελώς σκοτεινό είναι μέσα σε ψυχρούς χώρους. Χωρίς ορατότητα ή μέσα από κλειδαρότρυπες. Προς το απαραβίαστο της ιδιωτικότητας. Άλλα ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι δημόσιος. Και να βγάζει την κάθε στιγμή σαν αρτίστα. Και η δημοτικότητα είναι αδιάφορη. Για να είναι ο μεγάλος της σκηνής. Και όταν τα φώτα της ζωής σβήσουν θα έχει πει καληνύχτα με αξιοπρέπεια.

Με το πρόσωπο στον τοίχο | Πάνος Κεφαλάς

kefalas p

Κι έπιασε μία δυνατή βροχή, αλλά δεν είναι σαν τις προηγούμενες.
Μέσα στα βάθη της ψυχής μου, ξέρω καλά ότι δεν είναι. Όχι, δεν είναι!
Το βλέπω! Η βροχή κάνει τα πάντα να φαίνονται ακόμη πιο όμορφα κι έξω οι άδειοι δρόμοι να λαμποκοπούν, σαν χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Μα, φοβάμαι ότι κατά βάθος μέσα από τα τείχη, αισθάνομαι τις ψυχές να μοιάζουν κρύα κεριά, λιωμένα και κυρτά.
Κι έξω η βροχή τρέχει.
Κι έξω δεν βλέπω ψυχές.
Κι έξω τα σύννεφα μουντά και μαύρα σαν φουρτουνιασμένη θάλασσα απόμακρου ωκεανού, που έχει καλύψει όλη την επιφάνεια της γης.
Κι ένας σκύλος τρέχει στη βροχή και κουνάει την ουρά του.
Κι έπιασε μία δυνατή βροχή.
Του μέλλοντος οι μέρες στέκουν πίσω από τα θολά τζάμια των σπιτιών μας,
πίσω από τις σκέψεις που μας έχουν καταβάλει,
σαν τους έρωτες, που μας λυπεί η μορφή των.
Αχ, αυτή η βροχή! Τί να θυμηθώ;
Το πρώτο φως που ξεπροβάλει στο τζάμι πίσω από τα υψηλά τα τείχη των πολυκατοικιών;
Τα απλωμένα ρούχα στα μπαλκόνια;
Τα νωπά εσώρουχα που καρτερούν το σώμα;
Το χέρι μου που καρτερά τα στήθη;
Τα χείλη που καρτερούν την αίσθηση;
Τα μάτια.
Τους δειλούς ανθρώπους που σαν αγάλματα ξεπροβάλλουν τη φιγούρα τους με φόβο στο μπαλκόνι, βήμα βήμα και απλά κοιτούν τη βροχή που τρέχει ελεύθερη;
Ή τις ελληνικές σημαίες που κυματίζουν, σαν ποίημα του Σολωμού;
Στο βάθος η μουσική να σβήνει.
Κι εγώ να σβήνω.
Κι έξω η βροχή φωνάζει στους ανθρώπους να τρέξουν απελπισμένα,
να πάρουν τους δρόμους που οδηγούν στην ψευδαίσθηση.
Μα οι άνθρωποι δεν μπορούν να βγουν.
Στέκουν ακίνητοι.
Κι έπιασε μια δυνατή βροχή, βροχή ελευθερίας…