2 ποιήματα | Φυλλένια Σφουγγάρη

Τριαντάφυλλος Σούρρας

Αντίλαλοι

Γίνεται άγονος ο χρόνος κι ο εαυτός μου
όταν φεύγεις
και μένω να κοιτάζω τους ανθρώπους
όπως τις παλιές φωτογραφίες που ξεθώριασαν.
Κι αν για πρώτη φορά η αγάπη παίζει το σκοπό της,
στις καμάρες της αγοράς
ματώνει ο ήλιος
κι η γλώσσα πιάνεται στον τροχό του φόβου
κι αγωνία τρελή
φτερούγισμα της νυχτοπεταλούδας
σαν αλαργαίνει απ’ το φως.
Αντίλαλοι
ακούγονται αντίλαλοι
από τα κύματα που σπάνε στους ελπιδοθραύστες.

***

Αναποδογυρισμένος

Κάποια βράδια
ο κόσμος αναποδογυρίζει·
περπατώ τους ουρανούς της πόλης
και σ’ αυτούς φανάρια δεν υπάρχουν ούτε διαβάσεις.
Η βροχή έγινε πιο αρμυρή κι η θάλασσα ουρανός μου
και τα σύννεφα που κρύβουν το φως μου
είναι ο αφρός των κυμάτων… τώρα κοιμάται.
Τώρα έχει φως
κι ο κόσμος είναι αναποδογυρισμένος.
Αυτά τα βράδια πιάνει το φλάουτο
ο λεβάντες στα δροσερά του χέρια
κι η ζωή όλο πιο κοντά ζυγώνει, ντροπαλή και μόνη
κάτω κανενός τα χνάρια δεν κοιτάζει
παρά μόνο χαμηλώνει το βλέμμα
μήπως κάποιον ήλιο πατήσει και αυτός πονέσει.
Ο κεραυνός φυτρώνει στο παγκάκι δίπλα
νανούρισμα γλυκό ο κρότος του μπρος σ’ εκείνον
που κάνει η ζωή μου… κάθεται εκεί μαζί μου
ανενόχλητα η ανέμελη αντοχή μου
τα δαντελένια ακρογιάλια ψηλά ν’ αγναντεύει
στην θαλασσόβρεχτη ακτή, που ονειρεύεται το σπίτι
να ζηλεύει… σε κάθε του βοριά αναστεναγμό.
Κάποια βράδια σαν κι αυτό
ο κόσμος γίνεται ίσιος γιατί ανάποδα γυρίζει.


εικόνα: Τριαντάφυλλος Σούρρας

Φύλλα το Φθινόπωρο | Ασημίνα Ξηρογιάννη

bty

Τί να κάνουν οι ψυχές κάθε φθινόπωρο;
Μπαίνουν σε λήθαργο άραγε
ή ξυπνάνε μεθυσμένες απ’ τα πρωτοβρόχια;
Μιχάλη Γ, Αννίκα Ν , Χαράλαμπε Η,
πού να είστε τώρα και γιατί
Να βυθίζεστε σ’ αιώνια σιωπή

Όταν βλέπω φύλλα ξερά τις Κυριακές στα πεζοδρόμια
Νοσταλγώ αυτά που δεν έζησα
Ερμηνεύω τ’ ανείπωτα
Επικαλούμαι τους νεκρούς μου
Ξορκίζω το πένθος

Οι διαθέσεις μεταμορφώνονται άλλωστε –
(Είναι και ζήτημα εποχής)
Με τα πρωτοβρόχια
Γίνομαι φύλλο κι εγώ
Κίτρινο
Ξερό.

Και μόνο.

2 ποιήματα | Αναστασία Καραογλάνη

karaoglani

Αναμνήσεις

Ουρές σαμιαμίδια
σφιχτά στο σπιρτόκουτο
κλεισμένες
ακίνδυνα νεκρές
μα σαν ανοίξεις
έτσι για πλάκα
σπαρταράνε σακάτικες
απεγνωσμένα ζωντανές
οι μισερές…

***

Κάθε νύχτα γερνάω

Κάθε νύχτα γερνάω
με η χωρίς μακιγιάζ
-εξαρτάται πως πέφτω στο πλάϊ –
πότε γερνάω όμορφα
με τις ρυτίδες μου αναπαυμένες
στων εμπειριών την μαλακιά επιδερμίδα
πότε αγριεύουνε τραχιές
-ουλές που ξεχωρίζουν-
στης θύμισης το πεπραγμένο
ή την απουσία∙
κάθε νύχτα γερνάω
με εραστή βρέφος στον κόρφο ή χωρίς
με εγγόνια στο πλευρό,
η με το σκύλο στο πάτωμα∙
-τα μάτια ορθάνοιχτα-
το τι με περιμένει
τι παίρνω και περνώ
αντιελιξήριο νεότητας με τιθασεύει
ανήμπορά μου


*από την υπό έκδοση συλλογή Παλιά Κρυστάλλινα Ποτήρια

3 ποιήματα | Γιώργος Λ. Οικονόμου

oikonomou

Αυτός ο ξένος στον καθρέφτη
την ώρα που ξυρίζομαι
γράφει στο πρόσωπό μου
χρόνια τσαλακωμένα.
Στο λεωφορείο
μου παραχωρούν τη θέση
μιλώντας μου στον πληθυντικό.
Τί άλλο πια να περιμένω;
Μόνο τα μάτια της με βλέπουν
παλικαράκι εικοσιτριών χρονών

***

ήταν ένα τραγούδι
σχεδόν αισθηματικό
που φώτισε το σκοτάδι
τραγούδησαν όλοι
ακόμα κι αυτοί
που κάτι τέτοια τα κορόιδευαν
τραγούδησαν όλοι
δεν αργούσε το χάραμα
οι μισοί από μας
θα στήνονταν
στα πέντε μέτρα

***

ανάμεσα στις γραμμές
κάτω απ’ τις λέξεις
στο πάρκο με τα πεύκα
ενός δημόσιου νοσοκομείου
χειμώνα καιρό
σμίγουν τα κορμιά μας
νύχτα
κι η ψυχή μας φωτίζει
το ποίημα
ανάμεσα στις γραμμές
κάτω απ’ τις λέξεις
η Κατερίνα
παίζει κρυφτό
με τους αγαπημένους της
τα φυλάει
–πέντε, δέκα, δεκαπέντε–
κι έναν έναν
μας φανερώνει


φωτογραφία: Γιώργος Ιωαννίδης

Ποιήματα | Κωστής Μοσκώφ

κμ

Γεννήθηκα την εποχή του χαλκού
τώρα
δεν με θυμάται πια κανένας
σκεπάσαν τους βωμούς μου δάφνες και φρύγανα.
Πικραμύγδαλο, συ έρωτά μου,
ήπια τρία βαρέλια ρετσίνα στην Δόμνα
χτες, για να ξεχάσω
ρούφηξα τον Aλιάκμονα, τον σφοδρό Bαρδάρη
– οι λιμναίοι οικισμοί της Θεσσαλίας
μείναν ξεροί για χάρη σου.
Περιμένω τρεις χιλιάδες χρόνια να πεθάνω,
αδύναμος να αποσυντεθώ τόσο που σ’ αγαπώ.

***

Εννέα σχόλια στον Σεφέρη

Η ψυχή
μάταια ανοιγοκλείνει
τα φτερά της·
ο ποιητής θρυμματισμένος
«σπασμένο κανάτι»

~

«Πάνω νερά»
που διάλεξες να λάμνεις·
τώρα,
σε τούτο τον καιρό,
βλέπω
το Τίποτα
του Πάντα…

~

Γδύσου το πουκάμισο των άστρων
φόρεσε το θνητό δέρμα σου
να σε πλαγιάσω…

~

Η σελήνη περίμενε μάταια ως το πρωί
λουσμένη στο πατσουλί
του έρωτα σου…

~

Γνώρισες το Καθόλου,
έμαθες τα «ναρκωτικά σεντόνια» του…

Ο καιρός,
Εσύ,
χλοερό μου λιβάδι…

~

Ο θόλος μαύρος
από το πολύ σου φως
0 θάνατος
«αναστάσιμη οδύνη»…

~

Το φως, και αυτό μελλοθάνατο,
ωστόσο,
ακόμα σπαράζει…

~

Ξάφνου η ελπίδα
χορτάρι χλωρό·
μην τη θερίσει.
το δρεπάνι.

~

Η φλόγα
τώρα
«δροσερή πικροδάφνη».
Εγώ, όμως, καίγομαι
— με πυρπολείς μες στον Καιρό…


*[από την τρίτη ενότητα της συλλογής Για τον Έρωτα και την Επανάσταση, 1989]