Γιώργος Σαράτσης | Πρόσφορο Χώμα

saratsis (2)

Η γραφή
ευθύνη φορτική
λες και μου χρωστά
ή της χρωστάω

Αργότερα
με κατάπιε η υπερβολή
ανάσα δεν πρόλαβα να πάρω –
Θέλω να πω
βαδίζω μες στο ακατανόητο
σπρώχνω το κεφάλι σε τρύπες
υπομένω μια ύπαρξη
φτιαγμένη για ασπόνδυλα

Ολόκληρος
μια αδιαθεσία

***

λίγα χιλιόμετρα μετά
η ίδια γεύση στο στόμα –
κοίταξα καλύτερα
μήπως υπήρχε κάτι να δω

προστατεύουμε
ό,τι είναι καταδικασμένο
να χαθεί

μας προστατεύει
η καταδίκη


* αποσπάσματα από την νέα ποιητική συλλογή, Πρόσφορο Χώμα, του Γιώργου Σαράτση, Εκδόσεις Στίξις, Σεπτέμβριος 2021 | ISBN: 9786185595043

Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι | Γιάννης Ρίτσος

gr

Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι -κάποτε ὁλόκληρα ποιήματα-
πού μήτε ἐγώ δέν ξέρω τί σημαίνουν. Αὐτό πού δέν ξέρω
ἀκόμη μέ κρατάει. Κι ἐσύ ἔχεις δίκιο νά ρωτᾷς.
Μή μέ ρωτᾷς.
Δέν ξέρω σοῦ λέω.
Δυό παράλληλα φῶτα ἀπ᾿ τό ἴδιο κέντρο. Ὁ ἦχος τοῦ νεροῦ
πού πέφτει τόν χειμῶνα, ἀπ᾿ τό ξεχειλισμένο λοῦκι
ἢ ὁ ἦχος μιᾶς σταγόνας καθώς πέφτει
ἀπό ᾿να τριαντάφυλλο στόν ποτισμένο κῆπο
ἀργά-ἀργά ἕνα ἀνοιξιάτικο ἀπόβραδο
σάν τόν λυγμό ἑνός πουλιοῦ. Δέν ξέρω
τί σημαίνει αὐτός ὁ ἦχος – ὡστόσο ἐγώ τόν παραδέχομαι.
Τ᾿ ἄλλα πού ξέρω στά ἐξηγῶ. Δέν τό ἀμελῶ.
Ὅμως κι αὐτά προσθέτουν στή ζωή μας. Κοιτοῦσα
ὅπως κοιμότανε, τό γόνατό της νά γωνιάζει τό σεντόνι –
Δέν ἦταν μόνο ὁ ἔρωτας. Αὐτή ἡ γωνία
εἶναι ἡ κορυφογραμμή τῆς τρυφερότητας, καί τό ἄρωμα
τοῦ σεντονιοῦ, τοῦ λευκοῦ καί τῆς ἄνοιξης, συμπλήρωναν
ἐκεῖνο τό ἀνεξήγητο πού ζήτησα, ἄσκοπα καί πάλι, νά στό ἐξηγήσω.

Σωθικά | Θοδωρής Βοριάς

ioa

Σαν θα κατηφορίσουμε, να ’ναι τέλη Νοέμβρη,
θά ’ρθει η μυρωδιά απ’ τα καζάνια και τα ψησίματα,
θα σου μιλήσει κι η χειμωνιάτικη καταχνιά,
και θα δεις πως μοναχός
θα ζητήσεις να γευτείς
τ’ αποστάγματα της πατρίδας.

Να πλύνεις τα σωθικά σου
με το καυτό νερό της βάφτισής σου.

2 ποιήματα | Γιώργος Δ. Μπίμης

bibis

Το φιλί

Όταν ακούστηκε ο ξερός μεταλλικός ήχος εκείνος, δε δίστασε…
Τον πλησίασε και Τον φίλησε δίχως τύψη στο μέτωπο
μ’ εκείνη την πικρή γεύση της προδοσίας στα χείλη.

Οι άλλοι Τον κύκλωσαν κι όλα τα μαχαίρια σημάδεψαν
τα γυμνά Του στήθη.
‒ Όποιος νικήσει το φόβο δεν ελπίζει σε τίποτα πια,
ψιθύρισε Αυτός,
τείνοντας τα χέρια να Του να του κρεμάσουν τις βαριές αλυσίδες.

Ποτέ δεν είναι αργά… Γιατί η ιδέα μπορεί να εγερθεί ξανά
με τη πρώτη κλαγγή του φωτός και κείνη η ανώλεθρη αλήθεια
μπορεί να κυματίσει πάλι στον αγέρα σαν επαναστατημένο λάβαρο.

Ας φυσάει ο βοριάς στα σταυροδρόμια και στις θάλασσες,
αυτοί που νικήθηκαν δε θα υποταχτούν αμαχητί
κι ένα ξημέρωμα θα προσφέρουν ξανά το αίμα τους θυσία
για να αφηνιάσει και να τραβήξει μπροστά ο καιρός,
για να κοπάσει για πάντα η επίκτητη απελπισία
κι ο βίαιος θάνατος στα τέσσερα σημεία της γης…

Όμως, μας λείπουν πολλές ξεχωριστές στιγμές, σύντροφε
για να αλαφρύνει το χώμα, για να στερέψουν τα υφάλμυρα δάκρυα
στις κόγχες των ματιών,
για να δυνηθεί το κουρασμένο βλέμμα των ξωμάχων να ιχνηλατήσει
τον πόνο που έρχεται αβύζαχτος κι αχόρταστος μαζί με τη βροχή.

Κι εκεί που αρχίζει η προσδοκία των απλών ανθρώπων της οικουμένης,
πάντα ένας Ιούδας σπέρνει πάλι την αμφιβολία στις αναποφάσιστες ψυχές,
για να μεσουρανήσει η μέγιστη θανάσιμη αμαρτία,
για να υψωθεί, στην επιφυλακτικότητα και στο δισταγμό,
το αποτρόπαιο χέρι που θα χαράξει ανεξίτηλα το άλγος και την οδύνη
πάνω στο ματωμένο χώμα.
Για να ναυαγήσει ο χρόνος σ’ ένα θολό συναίσθημα…

Στις φθαρτές χειρονομίες, στο ψέμα και στην ανίδεη μοναξιά
κανείς, μα κανείς δεν μπορεί να προεικάσει από πού πνέει
ο ούριος άνεμος της ελευθερίας.

Ο καιρός οδοιπορεί γοργά πάνω στην αιώνια γη και γίνεται στάχτη.
Κι εκεί που διασταυρώνεται η μνήμη με το αίμα της ανθρωποθυσίας
τούτος ο τιτάνιος κόσμος με τις απεριόριστες δυνατότητες,
μέσα στην αμηχανία του, στην ανεκτικότητά του, στην πληκτικότατά του
και στην οργανωμένη αδιαφορία του
συντρίβεται, εξουθενώνεται και καταρρέει, ανήμπορος, αποτυχημένος
και αδόξαστος…

***

Μνήμη

Μαύρο φεγγάρι βασιλεύει μέσα στης πόλης τα στενά
κι η νύχτα τ’ άστρα σαγηνεύει μ’ ένα βιολί κι ένα ζουρνά.

Τυφλοί φαντάροι προχωράνε σε μια αρένα γκρεμισμένη,
νυχτώσανε κι όλο ρωτάνε που ’ναι η μοίρα τους γραμμένη.

Χρόνια πικρά, σβησμένοι ήλιοι, φεγγάρια στης σιωπής το χρώμα,
κι η θλίψη σβήνει το καντήλι στης ξενιτιάς το μαύρο χώμα.

Μα ποια θυσία θα μερώσει τον ηλιολάτρη τον αγέρα,
μια ιαχή να λευτερώσει με του καημού του τη φλογέρα.

2 ποιήματα | Κώστας Κωνσταντινίδης

Konstant

Κι άλλο

Πόλις […] γινομένη μέν τοῦ ζῆν ἕνεκεν, οὖσα δέ τοῦ εὖ ζῆν
Αριστοτέλους, Πολιτικά

Κι άλλο σεξ,
κι άλλο σεξ,
τάισέ μας κι άλλο σεξ!

Αφού ’ναι δύσκολ’ οι καιροί
και μον’ η μπάλα δεν αρκεί.

Και όπως τα βοοειδή
άθυτα έχουν οι Ινδοί,
για του πολίτη μεριμνεί
το κράτος πια μόνο το ζην,
χαύνωση, άρμεγμα, βοσκή.

***

Σύσταση

Είμαι το δέντρο δίχως φύλλα
Ποτέ μου εγώ δεν έχω ανθίσει
Κανείς ποτέ δε με ’χει ποτίσει
Και τα κλαδιά μου σκέτα ξύλα.

Κανένα δάσος δε με θέλει
Κι ο ήλιος όλο με ξεχνά
Διαρκώς ο αγέρας με χτυπά
Φίλη μου μόνο μια νεφέλη.


[ από την ποιητική συλλογή Καιροί Μεταμοντέρνοι, Θεσσαλονίκη 2021 ]