Επισκέψεις Κυριακής | Αντρέας Τιμοθέου

antim

Στην εκκλησία σήμερα, κάποια κυρία φορούσε το άρωμα sunflower της Elizabeth Arden. Ήταν το αγαπημένο άρωμα της γιαγιάς. Είχα να το μυρίσω από τότε. Της το είχα πρωτοφέρει από ένα ταξίδι μου στην Φλωρεντία, κρατάω ακόμα το τελευταίο μπουκάλι. Ξεχνάω ονόματα, μα ποτέ πρόσωπα και αρώματα…

Καθόμουν πίσω από τον σκάμνο της, ανάμεσα σε άλλες γιαγιάδες, φίλες της δικής μου. Έπειτα, πήρε το βλέμμα μου τον γιο του κ. Ιωακείμ ή αλλιώς του κ. Ακείμη, έτσι τον έλεγα παιδί, μάλλον για ευκολία. Έφερα το πρόσωπό του στην μνήμη μου και έπειτα δεν μπορούσα να ελέγξω τις σκέψεις μου… Ο κ. Ιωακείμ είχε ένα μικρό μπακάλικο, πολύ κοντά στο κομμωτήριο της γιαγιάς. Η γιαγιά για χρόνια είχε ένα καθιερωμένο ραντεβού τα απογεύματα Παρασκευής για χτένισμα και κάθε τρεις Παρασκευές για βάψιμο. Με θυμάμαι να χαζεύω όσο την περιποιούνταν και ως ανταμοιβή μου έδινε τότε μια ολόκληρη λίρα την οποία χαλούσα αμέσως στο μπακάλικο του κ. Ιωακείμ, παίρνοντας του κόσμου τα γλυκά (από τότε είχα αυτή την αδυναμία κι ας μη μου φαίνεται). Επέστρεφα στην ώρα μου με τις αγορές μου, η γιαγιά πλήρωνε τη κοπέλα του κομμωτηρίου, έδινε πάντα πουρμπουάρ στα άλλα κορίτσια και φεύγαμε. Αυτό γινόταν για χρόνια. Έπειτα, αυτή η ίδια κοπέλα που αγάπησε τόσο πολύ τη γιαγιά μου, όταν δυσκολευόταν να μετακινηθεί με τα πόδια, φρόντιζε να την παραλαμβάνει, να τη χτενίζει και να τη φέρνει πίσω στο σπίτι η ίδια. Ώσπου η γιαγιά έχασε εντελώς τα μαλλιά της από τις θεραπείες και έπρεπε να βάζει περούκες. Διαβάστε περισσότερα

Πλανόδιος στα Σύνορα της Εδέμ | Αντρέας Τιμοθέου

andtim

γράφει ο Γιώργος Σαράτσης

Μια σχεδόν συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του Κύπριου Αντρέα Τιμοθέου με τίτλο Πλανόδιος στα Σύνορα της Εδέμ από τις εκδόσεις Παράκεντρο.

Καλοδουλεμένες ποιητικές απόπειρες σε οκτώ πράξεις, προς ανάμνηση της παρουσίας (ή απουσίας;) των προγόνων. Η προγονική μνήμη και η ανάγκη διατήρησής της. Άλλωστε, η Μνημοσύνη υπήρξε η πρώτη ελληνίδα θεότητα και μητέρα των Μουσών. Χωρίς μνήμη δεν θα υπήρχε ελπίδα απογόνων.

Ήταν φαίνεται η στιγμή / να μάθεις / πώς είναι να ξεθάβεις τους νεκρούς / για παρηγοριά (σελ. 87)

Η απαρηγόρητη ποίηση του Αντρέα Τιμοθέου αντιμέτωπη με την μυρωδιά της απουσίας, τον εγωισμό της θλίψης, το έκπτωτο της πραγματικότητας, το αναπόφευκτο των ψευδαισθήσεων και της φυγής.

…κι έπειτα εμείς φεύγαμε βιαστικοί. / Κατατρεγμένοι, αφήναμε δακτυλικά αποτυπώματα, / σημάδια γέλιων και δακρύων (σελ. 19)

Μαζί με το σώμα μεγαλώνει κι η θλίψη. Να αποστρέφεσαι τις λέξεις και μοιραία σ’ αυτές να επιστρέφεις. Μαθαίνεις μια ολόκληρη ζωή να φυλάγεσαι και οι στίχοι διαρκώς να σε εκθέτουν.

Γράφεται σιγά σιγά στο σώμα, / απ’ την αρχή / ένα άλλο ποίημα, / μην το προδώσεις (σελ. 20)

Λυρικές προσευχές -συχνά με το ηχόχρωμα της κυπριακής- προς αναζήτηση πατρίδας. Και ο χρόνος που μας νανουρίζει, ο μεγάλος είρων της ιστορίας, διαπερνά στροφές και στίχους.

Η ζωή είναι τόσο σκληρή / που συνεχίζεται (σελ. 79)

Στην ποίηση του Αντρέα Τιμοθέου όλα ανήκουν στο παρελθόν.

…όσα περπατήσαμε, μας περπατούν / και όσα ζήσαμε, μας μεγαλώνουν (σελ. 122)

Αύριο θα είμαστε σκόνη: Ολόκληρη η ποιητική του μια σπουδή θανάτου, όπως η απάντηση περί φιλοσοφίας του Σωκράτη προς τον Γλαύκωνα. Το “αντικλείδι” της σελίδας 84 που ξεκλειδώνει μάλλον τη συλλογή.

Σταχυολογώ:

…όλα έχουν τελειώσει. / Ο ουρανίσκος άδειος / σαν το σπίτι μας (σελ. 83)

Κουβαλώ τον θάνατο σαν μωρό (σελ. 86)

Βρέθηκα, / μα ο τόπος ήτανε νεκρός (σελ. 109)

Κι η αγάπη, μια αφανέρωτη ταραχή στις άκρες των δαχτύλων∙ σαν σώμα που κατοικεί εντός μας ή σαν κρεβάτι που τις νύχτες μας καταπίνει ζωντανούς.