3 ποιήματα | Γιώργος Λ. Οικονόμου

oikonomou

Αυτός ο ξένος στον καθρέφτη
την ώρα που ξυρίζομαι
γράφει στο πρόσωπό μου
χρόνια τσαλακωμένα.
Στο λεωφορείο
μου παραχωρούν τη θέση
μιλώντας μου στον πληθυντικό.
Τί άλλο πια να περιμένω;
Μόνο τα μάτια της με βλέπουν
παλικαράκι εικοσιτριών χρονών

***

ήταν ένα τραγούδι
σχεδόν αισθηματικό
που φώτισε το σκοτάδι
τραγούδησαν όλοι
ακόμα κι αυτοί
που κάτι τέτοια τα κορόιδευαν
τραγούδησαν όλοι
δεν αργούσε το χάραμα
οι μισοί από μας
θα στήνονταν
στα πέντε μέτρα

***

ανάμεσα στις γραμμές
κάτω απ’ τις λέξεις
στο πάρκο με τα πεύκα
ενός δημόσιου νοσοκομείου
χειμώνα καιρό
σμίγουν τα κορμιά μας
νύχτα
κι η ψυχή μας φωτίζει
το ποίημα
ανάμεσα στις γραμμές
κάτω απ’ τις λέξεις
η Κατερίνα
παίζει κρυφτό
με τους αγαπημένους της
τα φυλάει
–πέντε, δέκα, δεκαπέντε–
κι έναν έναν
μας φανερώνει


φωτογραφία: Γιώργος Ιωαννίδης

3 ποιήματα | Γιώργος Λ. Οικονόμου

oikonomou

Ένα καλοκαίρι
ο ήλιος κρύφτηκε
στέγνωσε η θάλασσα.
Οι φίλοι στο επισκεπτήριο
πονούσαν
κι εγώ κρυμμένος
απ’ τον έξω κόσμο
έκαιγα τσιγάρα άφιλτρα
“Έθνος Εξαιρετικά’”

***

Στην Αμοργό
στο καφενείο του Πάρβα
Τσάι γλυκό με μπόλικο λεμόνι
κι ένα ξυράφι καλοακονισμένο
το χάραμα
φέτες να κόβουμε
την προσμονή της ευτυχίας
μόνο
τη λύπη
τη μοναξιά
την απόγνωση
σε κανέναν να μη χαρίσουμε
κι αν γράψουμε δυό γραμμές
να ’ναι για τα παιδιά
που χάθηκαν
καβάλα στο ξύλινο αλογάκι τους

***

Ένας μικρός Οδυσσέας λοιπόν
καράβι το σιδερένιο κρεβάτι
κι όταν τον ρώτησαν πώς λέγεται
“Οδυσσέας!’” απάντησε.
Χαμπάρι δεν πήραν οι γιατροί
όλη τη βδομάδα έμεινε δεμένος
θάλασσα-θάλαμος
καράβι-κρεβάτι
Έτσι βγήκε ζωντανός.

4 ποιήματα | Γιώργος Λ. Οικονόμου

Γυφτοπούλα στο Χαμάμ
…τα μεγάφωνα σκορπούν το τραγούδι σ’ όλους τους έγκλειστους,
είναι Κυριακή
έξω από το εκκλησάκι του Αγίου Αντωνίου, ένα σκουρόχρωμο κορίτσι χορεύει,
αν προσέξετε καλά την εικόνα, κάπου θα πάρει το μάτι σας και ’μένα να σβήνω τις μέρες μου…

***

Στην έξοδο

Περιφέρω το κορμί μου στους δρόμους
αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός
κυοφορείται πλάι πλάι με τα σπλάχνα μου
η ματιά ντυμένη χίλιες δυό ικεσίες
εκπέμπει ολοένα και πιο έντονα το μήνυμα
απασφαλίσατε
Γύρω μου κόσμος ανυποψίαστος
μ’ ακουμπάει, σπρώχνει, προσπερνά.
Μιά φωνή βραχνή κι αδέξια
ζητάει “ακρόαση Θεού”
σημάδι πως η ώρα κόντεψε.
Οπου να ’ναι τα τηλέτυπα του κόσμου
πυρετωδώς θα κροταλίζουν
για τ’ άνθος που γεννήθηκε
εντός χειροβομβίδος.

***

Ομολογία

Μικρές κι αδύναμες οι λέξεις
να ζωντανέψουν
μιαν ελπίδα
ένα όνειρο, μιά καρδιά.
Μάταιες οι προσπάθειες
κι επικίνδυνες
συχνά φέρνουν το θάνατο
κει που ζωή
κοπιάζουμε να στεριώσει.
Κι όταν -στιγμές- βλέπεις
πως μοναχά απ’ τις λέξεις μπορείς
βοήθεια να ελπίζεις
έντρομος ανακαλύπτεις
πως σ’ ένα βουβό κορμί
όπου μάτια, χέρια, χαμόγελο
ποτέ τη γλώσσα τους δε μίλησαν
το μόνο ζωντανό ειν’ οι λέξεις
όσο κι αν κρύβουν μέσα τους
το θάνατο.

***

Ένα σημάδι
ν’ αφήσω θέλω
ένα -μικρό κι ασήμαντο
για τους πολλούς- σημάδι.
Σαν τα τραγούδια
που ακούγονται απ’ τα μεγάφωνα
κάθε Κυριακή στα στρατόπεδα
κάθε γιορτή στο Ψυχιατρείο.


φωτογραφία: Γιώργος Ιωαννίδης