Όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλλέες | Ανδρέας Εμπειρίκος

ftx

Μνημόσυνον σε μαύρο μείζον
με βαθυπράσινους κισσούς για έναν
άνθρωπο που εις την Πρέβεζαν εχάθη.

«Όσοι καμιά φορά από την Πρέβεζα περνάτε και στην υγρή κουφόβρασι στα καφενεία κάθεσθε να πιήτε έναν καφέ, ή ένα γλυκό του κουταλιού να φάτε, βαπόρι περιμένοντας ή κάποιο λεωφορείο, ακούοντας βοήν φωνών και συζητήσεων, ήχους ζαριών και επικλήσεις αυτών που σκύβουν επάνω από τα τάβλια, την μοίρα μάταια προσπαθώντας με τέχνη να παραμερίσουν, τα πούλια ζωηρά χτυπώντας, φιλώντας στις χούφτες των τα ζάρια, κουνώντας τα με δύναμιν και τέλος φωνάζοντας, καθώς τα ρίχνουν με ζέσιν ελπιζόντων: “Ντόρτια!… Δυάρες!… Εξάρες!…” όσοι, λέγω, σ’αυτά τα καφενεία κάθεσθε, στη ζέστη του καλοκαιριού, την ώρα που φέρνετε στα χείλη σας το δροσερό ποτήρι, ή , μέσα στο ψύχος του χειμώνος τον αχνιστόν καφέ, προσμένοντας κάποιαν υπουργικήν απόφασιν, μετάθεσιν, ή κάποιο κέλευσμα ανεξιχνίαστον της Μοίρας, όσοι στα καφενεία της Πρεβέζης κάθεσθε, προσμένοντας τις οίδε τι- μην τον ξεχνάτε.

Σε όλους τους τέτοιους καφενέδες- Πρεβέζης, Αθηνών, Πατρών – πάντα η ψυχή του θα πλανάται, όπως και εις τα στυγνά γραφεία τόσων νομαρχιών και υπουργείων, όπου ο ποιητής σε όλον του τον βίον, τις μέρες του εν μέσω τρομεράς ανίας μετρούσε σαν κομπολόι βαρετό, αυτός που έσφυζε εν τούτοις –ω, ειρωνία– απο θεσπέσια οράματα, για πράγματα που ο κόσμος ο πολύς, ο κόσμος ο κοντόφθαλμος ή και ο χυδαίος, χίμαιρες ή ουτοπίες τα ονομάζει. Διότι αναμφιβόλως, ο ποιητής αυτός επάλλετο από τοιάυτα οράματα και αν έλεγε ο ίδιος ότι ιδανικά δεν είχε – είχε, μα απο σεμνότητα ή απαλότητα ψυχής ή φόβον, ντρεπόταν να τα περιγράψη, ντρεπόταν να τα πη, ή να τα ονομάση, αφού ήσαν όλα εδεμικά και πίστευε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε, παρά μονάχα στα οράματά του τα απόκρυφα να τα εκφράση, να τα φθάση, ωσάν να ήτο κατηραμένος, κολασμένος ο νέος αυτός, ο τόσον (έξω από την πράξιν την στερνήν και ίσως μέσα σε αυτήν) ο τόσον πολύ εν τη ουσία ευλογημένος. Διαβάστε περισσότερα

Για την συλλογή «Το Δείπνο του Σώματος» του Αντρέα Τιμοθέου

timotheou

Γράφει ο Γιώργος Σαράτσης

Με δυσκόλεψαν οι στίχοι της νέας συλλογής του Αντρέα Τιμοθέου. Περισσότερο, ίσως, η αναζήτηση κάποιου πυρήνα.

Στην αρχή πίστεψα ότι θα μπορούσε να είναι το δίστιχο: «ό,τι μου έμεινε / είναι οι αμαρτίες μου» της σελ. 21. Ή το: «όταν μάζευα αντικείμενα / δεν γνώριζα πως μάζευα εμένα». Ωστόσο, αισθάνομαι ότι το «κλειδί» της συλλογής βρίσκεται στη σελ. 27: «ζητώ τον λόγο / που υπήρξα».

Διάβασα στίχους με τη μορφή αφορισμών, να πλησιάζουν κάτι ένθεο ή και προφητικό. Είδα ξανά τους νεκρούς προγόνους, την Κάλλας και μια κάπως δυσδιάκριτη Αθήνα.

Διέκρινα όμως την ανάγκη κορύφωσης σε ορισμένα σχεδιάσματα (ίσως όχι πάντα επιτυχής). Φταίει μάλλον που ο ποιητικός στοχασμός συμπλέκεται συχνά με ερωτικά τεχνάσματα. Αν αποταυτιζόμασταν, σκέφτομαι, από το ερωτικό τέχνασμα, πλησιάζαμε περισσότερο τον έρωτα. Αλλιώς, ξεμυτίζει εν αγνοία μας κάτι σαν φλυαρία.

Σχήματα λόγου και παρομοιώσεις, τρικ ομόηχων λέξεων και η γοητεία της ντοπιολαλιάς. Παρά την «εύκολη ποίηση» που συνθέτουν καμιά φορά τα αντιθετικά σχήματα.

Τί μπορεί να σημαίνει: «μόνο ο θάνατος / δεν χρεώνεται καθόλου» (σελ. 31); ή το «ανήκουμε στις σκέψεις μας» (σελ. 38); Κράτησα και τις φράσεις-στίχους: «λειψή αγκαλιά» (σελ. 33), «Στέκομαι σε εικόνες» (σελ. 36), «με τρομάζουν οι σιωπές» (σελ. 38), «επιτέλους συναντηθήκαμε» (σελ. 40).

Υπάρχει πράγματι ποίηση στα ποιήματα του Αντρέα Τιμοθέου. Φερ’ ειπείν: «πώς να κρύψω την ντροπή μου / που ήμουν πάντα / τόσο απροετοίμαστος» (σελ. 30) και: «Σαν περπατώ συμβαίνουν θαύματα / μικρές εκπλήξεις / που αντιστέκονται στην ερημιά του κόσμου» (σελ. 32)

Το «Δείπνο του Σώματος» περιέχει ποίηση που αξίζει την προσοχή μας. Σαν μια μετοχή στο κοινό δείπνο της ζωής και του θανάτου. Άλλωστε, παραμένουν οι δύο βέβαιοι πυλώνες της δημιουργίας.

Αστικό life coaching | Αποστόλης Ζολώτας

zolotas

«Δεν έχω ανάγκη απλά να υπάρχω, έχω περισσότερο ανάγκη
από αυτό που με κάνει να υπάρχω»
Φιόντορ Ντοστογιέφσκι

Τα περισσότερα αποφθέγματα, τα “τσιτάτα” ή “πιασάρικα” όπως λένε στην σύγχρονη εποχή, είναι πασίδηλο πως αφορούν τον εσωτερισμό, την ανακάλυψη του εαυτού, την αυτογνωσία, τις ανθρώπινες σχέσεις, τους έρωτες, τα συναισθήματα. Το αστικό life coaching, ο ανατολικός “γκουρουϊσμός”, ο σοφισμός της Νέας Εποχής, ο χριστιανικός “γεροντισμός” κι άλλα πολλά με κατάληξη –ισμός, ξεχειλίζουν σε υπερθετικό βαθμό και επί καθημερινής βάσεως τους τοίχους προφίλ σχεδόν όλων. Ενώ κάθε άρθρο ψυχολογικού ενδιαφέροντος στα social media, αν εμπεριέχει και λίγο από τις λέξεις: αγάπη, πίστη, σοφία, αλήθεια.

Είναι ικανά να γίνουν (μαθαίνοντας να μιλώ την γλώσσα του διαδικτύου) Viral! Καθόλου τυχαίο δεν είναι πως τα περισσότερο ευπώλητα βιβλία στα ράφια βίβλιοπωλείων –ακόμη και στα σούπερ μάρκετ– κάθε χρόνο, είναι πάνω κάτω τα λεγόμενα “εγχειρίδια αυτοβελτίωσης”. Όμως δεν είναι περίεργο. Η εποχή μας είναι γνωστό πως στερείται από την έλλειψη του νοήματος. Όποιος έχει την δυνατότητα να παρακολουθήσει έστω και λίγο την ιστορία της σκέψης, τότε εύκολα μπορεί να εξηγήσει αυτή την έξαρση. Διαβάστε περισσότερα

Χριστούγεννα στο σπίτι του παππού | Νίκος Κολώνης

nikos_kolonis

Μέρες γιορτών, βρέθηκα να ψαχουλεύω στην αποθήκη του παππού τις κούτες με τα λαμπιόνια και τα στολίδια, παρά τις υποδείξεις της γιαγιάς Νίκης πως έχουν μείνει ελάχιστα και ψάχνω μάταια. Τελικά, πάνω σε ένα παλιό ψυγείο εντοπίζω πολύχρωμα λαμπιόνια σε καλά τυλιγμένες αρμαθιές με ένα χαρτάκι να υποδεικνύει το σημείο που τοποθετούνταν, κάποιες άθικτες πολύχρωμες γιρλάντες και λίγα αστέρια. Μόνο ένα στρώμα σκόνης θάμπωνε λίγο τις αναμνήσεις.

Λίγο μετά, θ’ αντικρίσω το χαρτόκουτο με τις γυάλινες μπάλες που για χρόνια κρεμούσαμε στα δέντρα της αυλής. Ακριβώς όπως το άφησε την τελευταία χρονιά που στολίσαμε, πριν φύγει από την ζωή. Η μυρωδιά της αποθήκης, του σπάγκου και των τυλιγμένων καλωδίων μου φέρνει στο νου κάποια άλλα Χριστούγεννα στο σπίτι του παππού.

Στον πάτο του χαρτόκουτου είχαν απομείνει μόνο ψιλές φλούδες γυαλιού και χρώματος μαζί με τούφες πολυκαιρισμένο βαμβάκι. Στολίδια σπασμένα σε μικρά μικρά κομμάτια συνεχίζουν να λάμπουν μέσα στο κουτί τους. Όλα εύθραυστα όπως το κάθε τι. Σκέφτομαι αμέσως την αντίδραση του παππού και ανακουφίζομαι. Θα με έβαζε στο γαλάζιο φορτηγάκι και θα πηγαίναμε να αγοράσουμε καινούργια, σαν τίποτα μην είχε συμβεί. Διαβάστε περισσότερα

Το τίμημα της μετριότητας | Γιώργος Σαράτσης

ek

«Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά…», γράφει στα Μικρά Έψιλον ο Οδυσσέας Ελύτης. Μια αλήθεια ικανή να μας ωθήσει να διακρίνουμε ποιότητες και ευαισθησίες σε έναν κόσμο που ’χει χάσει την ταυτότητά του στα διεθνή παζάρια των τεχνοκρατών και της προόδου.

Μπορεί αυτής της πατρίδας να μην της έλαχε η άνεση και το σθένος χωρών του “πρώτου κόσμου”, δεν εγκατέλειψε όμως ποτέ την αρχέγονη θλίψη της. Κι η θλίψη, αντί για αφορμή ενδοσκόπησης και δημιουργίας, έγινε θηλιά στο λαιμό της. Είναι να απορεί κανείς πως το θαύμα της ύπαρξης μετουσιώθηκε μέσα σε λίγες δεκαετίες σε μια θλιβερή μετριότητα άνευ περιεχομένου. Διαβάστε περισσότερα