Παρακαταθήκη ενός προαναγγελθέντος θανάτου | Ειρήνη Ιωαννίδου

All-focus

Λεντ φωτισμός, η εξόρυξη της αγάπης σε μια φάτνη που αχνίζει στην προκυμαία. Παρακαταθήκη ενός προαναγγελθέντος θανάτου, η ξαφνική σύσπαση στον λαιμό. «Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί». Με πόδια ανθρώπου στέκεσαι μπροστά στο θαύμα, στον ρηξικέλευθο λόγο ενός ποιητή, στη κόκκινη κόμη ενός κοριτσιού. Η υγρασία τρυπάει κόκαλα. Μια καρέκλα καφενείου, η σιωπηλή συμφωνία των βλεμμάτων.

Ένας κορμός στολισμένος με φωτεινές ενδείξεις στην άδεια τραπεζαρία. Εγώ θα περιμένω την μεταμεσονύχτια προβολή, μετά το δείπνο της αγάπης, όταν θα επιστρέψεις δίχως αποσκευές.

Νέκυια (Οδυσσέως κάθοδος) | Ειρήνη Ιωαννίδου

eirio

Των ποιητών τον έπαινο ποτέ μου δεν λαχτάρησα, ούτε τα θυμιάματα και τους τσανακογλύφτες. Ένα πρωί, είχε ένα γκρι ο ουρανός απ’ άκρη σ’ άκρη τεντωμένο, μπήκα στον Άδη μπουσουλώντας. Τα μάτια μου σφιχτά δεμένα, «ασήμωσε», μου λέει η Περσεφόνη πρώτη, μες στην λευκή της μουσελίνα. «Έχω γυναίκα και παιδί κι ένα πιστό σκυλί που περιμένει», σκύβω να πιω απ’ την πηγή της. Να σου κι ο Τειρεσίας πίσω της, κουνάει το ραβδί «τη θάλασσα να ’χεις στον νου», με στόμα πορφυρό φτύνει στον κόρφο μου. Μέχρι να ’ρθει το χάραμα εκεί στον κάτω κόσμο, βλασταίνει πάνω μου το αλάτι, φυτρώνουν αρμυρίκια στα πλευρά. Στο ξόδι ακούω την μάνα μου, κρατάει ένα μαντίλι στο δεξί, αέρας το κουνάει. «Η θάλασσα, αυτή το σάβανό σου θα υφάνει, μέχρι να στιχουργήσει ο ποιητής τον μύθο σου σε βίο, σε ξύλινο κρεβάτι να ριζώσεις».

Λίγο πιο ’κει, χορτάτος πια ο Ελπίνορας σηκώνει το ποτήρι. Παραμιλάει στον ύπνο του ακόμη όταν βραδιάζει, κι ένα κουπί ακούγεται να σκίζει τον αιθέρα.

Περί αληθείας | Ειρήνη Ιωαννίδου

io.JPG

Θήραμα που κρέμεται απ’ το τσιγκέλι. Σφάγιο στο βωμό κι ασάλευτο πανί στο πέλαγος. Πέτρα στο χέρι της κρατάει η αλήθεια, “μη μου τους κύκλους τάραττε”, σου λέει. Μαζί την κουβαλάς μες στο δισάκι σου κι άλλοτε πάλι στο στήθος άκλαυτη την περιφέρεις. Μια μέρα ξεπεζεύεις. Με χέρια ακούραστα σκάβεις μια τρύπα και εκεί την παραχώνεις, μήπως κι ανθίσει τώρα πια μέσα στο χώμα.

“Έναν ορίζοντα δώσε μου να ιχνηλατεί το αύριο”, της λες, ”ένα ξερό ψωμί ανάμεσα στα δόντια, μια δάφνη στα μαλλιά. Μια σφαίρα φύτεψε στον κρόταφο να μπει η σελήνη. Με Κένταυρου κορμί, αμπέλι να αναζητώ και ένα φτηνό νεφέλωμα την μάταιη σπορά να στεφανώνει. Σε παίγνια αλλότρια το ζάρι μου να ρίχνω, γονυπετής να κάνω τον σταυρό μπροστά σε φοίνικα, για να ξεχάσω την Ιθάκη”.

[εικόνα: επεξεργασμένο έργο
του Adriaen van Utrecht, Stilleben mit Hase und Vögeln]

Φωτιά στο δάσος | Ειρήνη Ιωαννίδου

ek

Η νύχτα δεν λέει πια παραμύθια, ακούω μόνο ένα ξύλινο πόδι να σέρνεται μέχρι την πόρτα του μπάνιου, την κλειδώνεις για να μη βλέπω το δέρμα που βγάζεις, για να μην σε ποθώ, για να ξεχάσω το άγγιγμα. Δεν ακούω τις συμπληγάδες πέτρες όταν ενώνονται, ούτε την φωνή της Σειρήνας, μόνο το τελευταίο δελτίο ειδήσεων και το τηλεπαιχνίδι σε επανάληψη. Ξυπνάω με στολίδια ασημένια στα μαλλιά, η μοναξιά θέλει χρώμα ανεξίτηλο. Ζητάει και χώμα, σκάβεις με κουταλάκι του γλυκού τον τοίχο. Σήμερα την άφησες μισάνοιχτη την πόρτα, κυλάει το νερό στο στέρνο, πετάγεται από τα πλευρά στον αέρα, εκτινάσσεται στον καθρέπτη, ένας πίδακας στο μέτωπό μου, στο κέντρο του ένα ελάφι, το σημαδεύω ανάμεσα στα μάτια. Φλεγόμενο δάσος το δωμάτιο με τα αναμμένα ρεσώ, εσύ και εγώ σε ρώσικη ρουλέτα, σου χαμογελώ και τραβάω την σκανδάλη.

[εικόνα: Budet Zima]