Βροχερό Παντούμ | Νίκος Κωσταγιόλας

Νίκος Στέφανος Κωσταγιόλας - Φωτογραφία - Αντίγραφο

Βροχή που χτυπά στου μυαλού μου τους τσίγκους
στο διάφανο λόφο σπαράζει ένα αστέρι
μπατσάκι δροσιάς σε νωθρούς παπαφίγκους
το φως που απαρνήθηκες, ποιος θα σ’ το φέρει;

Στο διάφανο λόφο σπαράζει ένα αστέρι
καμιά προσευχή στην αλύγιστη γη του
το φως που απαρνήθηκες, ποιος θα σ’ το φέρει;
το στήθος μαργώνει η αλκή του απροσίτου

Καμιά προσευχή στην αλύγιστη γη του
καμιά ηλιαχτίδα στο σκότος λεπίδι
το στήθος μαργώνει η αλκή του απροσίτου
το σώμα σπασμένο του χρόνου σαρίδι

Καμιά ηλιαχτίδα στο σκότος λεπίδι
στις άμπωτες του ύπνου το τέλος μαρμαίρει
το σώμα σπασμένο του χρόνου σαρίδι
κι ο φόβος αρπάγη από χάλκεον χέρι

Στις άμπωτες του ύπνου το τέλος μαρμαίρει
μετρώ με τ’ αυτί του θανάτου τους κρότους
κι ο φόβος αρπάγη από χάλκεον χέρι
μακάριοι οι τρελοί, το λοξό μέτωπό τους

Μετρώ με τ’ αυτί του θανάτου τους κρότους
ως πότε οι ψυχές χθαμαλές χρυσσαλίδες;
μακάριοι οι τρελοί, το λοξό μέτωπό τους
σ’ εκείνους γνωστά όσα θα δεις κι όσα είδες

Ως πότε οι ψυχές χθαμαλές χρυσσαλίδες;
στα υψή στριγκά χαχανίζουν Πατέρες
σ’ εκείνους γνωστά όσα θα δεις κι όσα είδες
σ’ αφήνουν να ελπίζεις σε λάθρες ημέρες

Στα ύψη στριγκά χαχανίζουν Πατέρες
κισσοί σε βυζαίνουν οι εύκρατες μνήμες
σ’ αφήνουν να ελπίζεις σε λάθρες ημέρες
απάτης μαστίγιο οι φιλήδονες φήμες

Κισσοί σε βυζαίνουν οι εύκρατες μνήμες
η νύχτα εμπεδώνεται μόνο μ’ ιλίγγους
απάτης μαστίγιο οι φιλήδονες φήμες
βροχή που χτυπά στου μυαλού μου τους τσίγκους.

Αντίστιξη | Νίκος Κωσταγιόλας

giota anastasiadou

Κι όπως τρυγούσε ο αέρας των μαλλιών σου τις δροσιές
κι αργοξετύλιγε ένα σούρουπο τα χρώματά του είπα
– για να μη μένει στην απέξω η ακοή –
να γείρω επάνω σου και μέσα τους ν’ ακούσω
μα όπως έσκυβα
τι βόμβος αρτεσιανός, τι όλβιοι χείμαρροι
και τι φτερούγισμα χιλιάδων πεταλούδων
με βρήκαν πλάι σου έκθετο που βέλαζα
σα λαβωμένο αγρίμι μα εσύ
αγέρωχη – αμείλικτη –
λες κι ήταν όλα αυτά για σένα απλά
μια συνιστώσα πληκτική του μεγαλείου σου
ούτε που σκίρτησες
μονάχα ρέμβαζες ατάραχη, όλο ρέμβαζες
αντίκρυ επίμονα στου λόφου το τιρκουάζ
πώς αναβόσβηναν τα πεύκα κι ανταλλάσσανε
ρυθμούς κι ειρμούς χερουβικούς τα κρασοπούλια.

Ο Κάλιμπαν νουθετεί έναν εγγαστρίμυθο | Νίκος Κωσταγιόλας

kosta

The isle is full of voices
– W. Shakespeare

They have changed their throats
and had the throats of birds
– W. B. Yeats

Ένας άνδρας μ’ ύφος γελωτοποιού, βάδισε στις θίνες
φωνές του χάιδευαν τ’ αυτιά, μετά σιωπή
κι είδε μακριά μια αλλόκοτη μορφή
και τη σιωπή κατοίκησε το κόψιμο των ξύλων

“έχω ένα πρόσωπο πίσω απ’ το πρόσωπό μου”
ψέλλισε στον ξυλοκόπο
“που κάθε που ανοίγω το στόμα μου με προλαβαίνει
και μιλάει για μένα.
Έχω μυριάδες πρόσωπα πίσω απ’ το πρόσωπό μου”
κι έγειρε μπροστά
όλο ψέμα κι ενοχές ο νους του

“Έλα κάτω απ’ την κάπα μου ξένε και θα σου δείξω
κάτω απ’ αυτόν τον χιμαιρόκοσμο μανδύα
συχνά τους φέρνει ο Άριελ κι οι μαγγανείες
ανθρώπους σαν και σένανε σ’ αυτή την ερημιά
κουβαλημένους απ’ την μπόρα ή τον αγέρα
κορμιά που δεν πιστεύουν στη φωνή τους
από της μίμησης τις σπίθες θαμπωμένα
κι έχουνε γι’ άλλοθι των αλλωνών τα λόγια
μόνο που πριν σου δείξω, νά, θα ήθελα μονάχα
να γράψεις κάτι εδώ με το δικό σου το αίμα
να δω πως πράγματι κακόβουλο δεν είσαι
πνεύμα απ’ τον Πρόσπερο κι αφέντη μου σταλμένο
– τι αυτή η κλαγγή των κουδουνιών σου με τρομάζει”
είπε, κι αγγίζοντας ένα κομμένο κούτσουρο
στοίβες χαρτιά στη θέση του προβάλαν

“λεπίδι δίκοπο στον κόρφο της παλάμης
κι ό,τι σκεβρώνει τους αρμούς
ό,τι τη γλώσσα σου στομώνει
στο άγραφο χαρτί ας δουλευτεί
μα πρώτα πρέπει να σου συστηθώ:
ορφάνεψα βουβός και υιοθετήθηκα
διδάχθηκα τη γλώσσα του πατριού μου
άξεστο μ’ ανεβοκατεβάζει και φρικιό
μα εγώ τη γλώσσα του πια τη μιλώ καλύτερα
με τρόπο δικό μου, στα μέτρα μου σωστότερο
είναι το αλφάβητο του Πρόσπερο – σαφώς –
μα ο Κάλιμπαν ορίζει τη σειρά του
είναι η γραφή κι αυτή μια φυσιογνωμία
κανένας όμοιος του αφέντη του στο βάθος
γι’ αυτό έλα
έλα μαζί μου κάτω απ’ τον μανδύα
και θα σου δείξω το φως”
και ο ματωμένος γελωτοποιός υπάκουσε

“και τώρα θα τραγουδήσουμε
όσο μπορεί ο καθένας πιο καλά
χωρίς αβάντες, δεκανίκια, δίχως κλάκα
κι αν τύχει κι η φωνή ραγίσει
το φάλτσο μας ας γίνει ιδιοφωνία
πάνω απ’ το κρώξιμο των γλάρων αδελφέ μου
πάνω απ’ το σκουριασμένο κρώξιμο
θα πούμε αλλιώς το δέντρο ή το ποτάμι
θα ξαναβρούμε τους παλιούς μας δρόμους”
κι ύστερα αόριστες λαλιές βγάζαν κι οι δυο
έναν σκοπό με δίχως φθόγγους ή αρμονία
παρ’ ότι δείχναν να καταλαβαίνονται όπως πριν.

Είχαν αλλάξει λάρυγγες
κι είχανε τους δικούς τους.

Το τραγούδι του ιεροφάντη και η γενεαλογία του φωτός (αποσπάσματα) | Νίκος Κωσταγιόλας

Νίκος Στέφανος Κωσταγιόλας - Φωτογραφία - Αντίγραφο

XV

Και ιδού σκαρφαλωμένο στην κορφή του χαμηλού λοφίσκου το Γαρδίκι, μάχονταν να παραβγεί του χρόνου ακόμα με ρομφαίες και σάρισες. Εκείνος πάλι, κατάτι προσαρμοστικότερος, κουβάλουνε στις πλάτες του τ’ απομεσήμερο πάνω σε καναδέζες. Από κάπου πέρ’ ακούγονταν οι ξανθωποί απόγονοι κάποιων Βαράγγων, να βλαστημάνε στα κορφιάτικα.

Πιο δω, ανάμεσα στους ρημαγμένους πύργους και τα μπεντένια που ακόμη κάπνιζαν, δακρύζανε κάτι Παλαιολόγοι.

XVI

Κι εκεί βρισκόμουνα κάτ’ απ’ το σούρουπο με δίπλα μου το ενετικό κουφάρι, να φτύνει κουτσοδόντικο στο Κάπο Σίδερο τ’ απομεινάρια του.

Απέναντι το διάπυρο κουβάρι του ήλιου όλο μπατάριζε και πλάι του το Άφθαρτο του Παρμενίδη βαθμιαία ν’ απεκδύεται το κοσμικό κουκούλι του, μια φλούδα τη φορά επ’ άπειρον. Ο αέρας γύρω μου ο αρτιγενής ανέδιδε κάτι από νέσπολες κι ουρανοσύνη. Διαβάστε περισσότερα

Το τραγούδι του ιεροφάντη και η γενεαλογία του φωτός (αποσπάσματα) | Νίκος Κωσταγιόλας

Νίκος Στέφανος Κωσταγιόλας - Φωτογραφία - Αντίγραφο

V

Στενά καντούνια και μπουγάδες κρεμασμένες, σα χειραψίες αλληλέγγυων σπιτιών, καταμεσήμερο Αυγούστου. Μ’ οδήγησες μες το λαβύρινθο σαρτεύοντας σαν το τραγί, ήξερες καλά τα μονοπάτια, τα σπούδαζες. Δε φοβήθηκα ποτέ μήπως χαθούμε μα, θέ μου, πώς το ευχόμουνα!

Φτάσαμε στην Κρεμαστή. Γύρω απ’ το σκαλιστό, βενετσιάνικο πηγάδι θαρρούσες όλα πως συμβαίνανε με το δικό τους, αθόρυβο ρυθμό, κάτ’ απ’ την βουκαμβίλια. Σιωπηρά, να μην τ’ ακούσει ο διάολος και ζηλέψει.

Ένα καντηλέρι εκκρεμούσε ολομόναχο, κάτω από τ’ ασβεστωμένο υπόστεγο το εδώ κι εκεί ρυτιδωμένο από πανάρχαιες φαιές πορείες βροχών πού’ χαν στεγνώσει. Η εκκλησία μού’ πες σπάνια λειτρούγαγε, γάμων εξαιρουμένων.

Κάθισα στο φιλιατρό του πηγαδιού. Έτοιμος ο κόσμος γύρω να μουχρώσει μα ο ήλιος πάνωθε σκερτσάδος το βιολί του. Δάγκωνε πότε από το σκούρο τετραγωνισμένο σύκο των σπιτιών, πότ’ από τ’ αγίνωτο ροδάκινο κι ύστερα λιγωμένος, με τα ζουμιά να τρέχουνε ακόμα απ’ το πηγούνι του, πίσω απ’ τα σύννεφα κρουβήνονταν κρυφοκοιτώντας μας με νόημα.

Όσο που να πέσει η νύχτα του κρατούσα αμάχη. Ύστερα τον συγχώρησα. Είχε βρει η αγκαλιά το ταίρι της κι εκείνος πια μονάχα έμμεσα μπορούσε να κοιτάζει. Διαβάστε περισσότερα