2 ποιήματα | Ντέμης Κωνσταντινίδης

saratsis giorgis

Ο Νοέμβρης τους βρήκε πίσω από κάγκελα
ταμπουρωμένους.
Στον αέρα της πόλης πλανιότανε
το μήνυμά τους.
Τόσα και τόσα χρόνια η ίδια λούπα, μόνο
που οι ίδιοι είχαν πια άσπρα μαλλιά,
στους ώμους τους ασήκωτη τη μοναξιά,
κι ίσως τα παιδιά των παιδιών τους
σ’ ωραία κορνίζα.

***

Το κοντέρ της μοτοσικλέτας
μένει στο μηδέν.
Μόλις πιάνω κατηφόρα
το χτυπάω με το δάχτυλο
όπως ο Τζακ Σπάροου
τη χαλασμένη του πυξίδα.
Με μια γκαζιά περνάω
κλειστά μαγαζιά
έρημες πλατείες
στέκια της μνήμης.
Κάτι παπάκηδες
στριμωγμένοι στο φανάρι
μαρσάρουν για κόντρα.
Γέρνω αγκαλιάζω τη γριά μου
και διακτινίζομαι.


[εικόνα: Γιώργης Σαράτσης]

2 ποιήματα | Ντέμης Κωνσταντινίδης

kefalas

Εξαγωγή

Γαργάρα μ’ αλατόνερο
κι ένα κονάκι απόμερο,
με την εφημερίδα
τα νέα απ’ την πατρίδα.

Ξεδοντιασμένο απόγευμα
σουπίτσα έχεις για πρόγευμα,
και για κυρίως πιάτο
σκοτάδι δίχως πάτο.

***

O ύπνος

Ο ύπνος κράτησε. Δεν συνέφερε να ξυπνήσεις. Τι θ’ αντίκριζες παρά ερημιά. Πώς θα ξανακοιμόσουν σαν τρύπωνε καμιά ανάμνηση από τα παιδικά σου χρόνια; Όχι, δεν συνέφερε.

Κι ας πούμε τ’ αποφάσιζες να βγεις στους άδειους δρόμους, μόνος εσύ σε μέρη πλέον άγνωστα κι απάτητα. Δεν θα κινδύνευες; Δεν θα σε τρόμαζε η ίδια σου η φωνή; Πώς θα βεβαιωνόσουν ότι δεν ξύπνησες σε εφιάλτη; Όχι, ευτυχώς. Ο ύπνος κράτησε.


φωτογραφία: Πάνος Κεφαλάς

Οι καμπάνες | Ντέμης Κωνσταντινίδης

sar

Στα χωριά
όταν χτυπάνε πένθιμα οι καμπάνες
κάνει μια στάση η ζωή
για να συλλογιστεί.

Την ώρα εκείνη
δε μιλά κανείς.
Την ώρα εκείνη
πιο πολύ παρών ο απών
από ποτέ.

Σκαφτιάδες γης
οργώνουν τον
αποχαιρετισμό στα χείλη.

Φαρσέρ | Ντέμης Κωνσταντινίδης

2

Στιχάκια, το πρωί θα σας ξεχάσω
Ανάλαφρα τριγύρω που πετάτε
Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο το σκάτε
Τα πέλματά μου σίδερο και γράσο.

Είχα πιστέψει εγώ στη δύναμή σας
Θάμαζα τη βουτιά σας στα ερέβη
Ο Καρυωτάκης ’κει που ’χε κατέβει
Ασώματος, την άβυσσο διανύσας. Διαβάστε περισσότερα