Οι πόλεις των τελευταίων πραγμάτων | Πάνος Κεφάλας

kefalas

Προχωράω στο σκοτάδι. Στέκω. Θέλω να βρω ένα ίχνος. Να γίνω η γραμμή στον ορίζοντα του ουρανού. Εκείνη στο βάθος που συνήθως κοιτάνε οι ναυτικοί στο Σταυρό του Νότου καθώς χάνονται στο μυαλό τους, μίλια μακριά από τους αγαπημένους τους στην πατρίδα. Πικρή Πατρίδα! Άγονη Γη ή γυμνό γυναικείο σώμα; Ή τα χέρια του Θεού; Όλοι ξέρουμε ότι τα ταξίδια ξεκινούν “in medias re” και δεν είναι ολοκληρωμένα.

Ίσως η πατρίδα μου να είναι η Οξιτανία κι εγώ φυγάς σε χρόνιο ταξίδι, όπου όλα τα πρωινά μοιάζουν σαν τα πρώτα πρωινά του κόσμου. Κάθε δειλινό μοιάζει σαν το τελευταίο, μεγαλοπρεπή αγωνία μοναξιάς και μεγαλείου. Μια αίσθηση που δεν μπορείς να τη μοιραστείς με κανέναν. Πρέπει να την έχεις ζήσει.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν κανένα ίχνος στη ζωή τους. Απλά ακολουθούν τις σκιές άλλων, δίχως να έχουν κανένα ρόλο να παίξουν σε τούτο το παιχνίδι. Υπάρχουν άνθρωποι που βάζουν σκοπό ζωής να καταφέρουν ό,τι σκοτάδι έχουν μέσα τους να το μετατρέψουν σε ίχνος αιώνιο στον ουρανό του κόσμου, σε κάτι ανώτερο. Κι αν η μετριότητα είναι η αιωνιότητα;

Υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν ίχνη, για τις μοναχικές ψυχές που κάθονται στα παγκάκια των δρόμων ή στα μπαλκόνια των ασπρόμαυρων άσχημων πόλεων δίχως νόημα, ή που περιφέρονται έξω σαν αδέσποτα. Αναζητούν τη σιωπή και τη σιωπή την βρίσκεις μόνο στις θορυβώδεις πόλεις, αν βαδίζεις στο πολύβουο πλήθος που κυλάει στους δρόμους και αρχίζει να σωπαίνει όσο προχωράει η νύχτα και χίλιες μοναξιές αναβλύζουν από τα ίχνη του. Ο ήλιος σφραγίζει τα στόματα.

Ήθελα να βρω ένα ίχνος, ξέρεις, επειδή πολλοί κλέψανε κομμάτια από το δικό μου ή οι πόνοι σταδιακά εξαλείφουν ό,τι έχει απομείνει κάτω από το χωματένιο στήθος μου. Όταν το σώμα λιώνει εσωτερικά, το ίχνος της ψυχής θυμίζει τη θάλασσα στα χέρια μας και στου μυαλού οι άγιοι τόποι μετατρέπονται σε έρημο δίχως νόημα. Τόποι δίχως ποίηση.

Πολλές φορές, κάθομαι και κοιτάω τις γραμμές του τρένου καθώς το σκοτάδι αγκαλιάζει τον ουρανό, αφήνοντας μια λάμψη να αντανακλά από φωτιά, σίδερο και σκουριά στο φυσικό περιβάλλον. Κάτι σαν τις καρδιές των ανθρώπων. Ό,τι ίχνος υπάρχει, φεύγει. Ό,τι ίχνος εκπέμπει ο άνθρωπος των τελευταίων πραγμάτων, η φύση το μετατρέπει σε ζωή. Η σωφροσύνη πάντα θα ενώνει. Ό,τι είναι φθαρτό επιθυμεί να διαρκέσει. Όλα θέλουν να διαρκέσουν. Γλυκιά υπαρξιακή αγωνία, εξαίσιο άγγιγμα ενός κινδύνου, το ότι ζω σημαίνει άραγε πως τρέχω προς το χαμό μου;

Τα λουλούδια, τα δάκρυα, οι αναχωρήσεις και οι αγώνες είναι για αύριο. Σήμερα, περπατάμε αντάμα. Πρέπει να ξαναγράψουμε αυτό που σκίστηκε. Αύριο το ίχνος θα λάμπει σα μνήμη μέσα στη στιγμή, σαν απροσδιόριστη νοσταλγία. “El Vero Eden”.

Η Λαύρα του Αυγούστου | Πάνος Κεφαλάς

kefalas

Μέσα στη σιωπή της νύχτας, ο Αύγουστος φεύγει σιγά σιγά. Μαζί κι ο λόγος που τον καρτερούσα τόσο πολύ.

Η μοναξιά, μοιάζει με το βουητό των κεραυνών, στο βάθος του ορίζοντα, καθώς αργοσβήνει σαν το ποίημα του καλοκαιριού, που δεν γράφτηκε για ’σένα.

Μα πόσο όμορφα θα ήταν όλα, αν μπορούσα να αισθανθώ. Το κύμα να σκάει στα πόδια μου, απλά κι αθόρυβα, εφήμερα και φευγαλέα, όπως ήρθε μέσα στις σιωπές της νύχτας η Λαύρα του Αυγούστου.

Πλέον δεν ξέρω ποιο επιδέξιο τέχνασμα φωτός, ποιος καθοριστικός θόρυβος, ποια μνήμη ευωδιάς, ποια ανάγκη μελωδίας ξυπνά τούτο το πετρωμένο χωματένιο στήθος.

Μα νιώθω, την ίδια ώρα, ότι βρίσκομαι στο ξεκίνημα των θεών κι επίσης σε τούτο το σκοτεινό δωμάτιο, όπου σ’ ακούω να με βλέπεις πίσω από το τζάμι.

Με βλέπεις να στέκω με το στόμα σφραγισμένο, επιτρέποντας από το βάθος το βουητό των κεραυνών σου να οδηγεί τα πουλιά σε μια νυχτερινή χορωδία.

Ρούχο δανικό | Πάνος Κεφάλας

Στέκω εδώ, φορώντας τα καλά μου.
Έχω πλυθεί κι έχω διώξει από πάνω μου κάθε ημέρα τούτου του χρόνου.
Μα κυρίως –κάθε φθορά– τούτου του κόσμου.

Στέκω εδώ, τοποθετημένος προσεκτικά στη μέση του δρόμου.
Μονάχος μου, μα το σημαντικότερο, συνοδεύω για ακόμα μια φορά σε τούτο τη νέα ευκαιρία της ζωής.

Όποιος αποφασίσει να μου δώσει μια ευκαιρία, θα τον ζεστάνω, θα τον φροντίσω, θα του χαρίσω την αίσθηση που του αρμόζει και του λείπει. Ποιος είπε ότι τα πράγματα πεθαίνουν; Κι αν ναι, πού πάνε;

Στέκω εδώ, έχοντας μεγαλύτερη αξία από ένα στρώμα. Μα ποιος ορίζει την αξία των πραγμάτων; Κι ποιος την αξία των ανθρώπων;

Κι αν το στρώμα έζησε τον έρωτα και τόσα και τόσα γυμνά κορμιά που αγαπήθηκαν, ανθρώπους ψιθύρισαν δεκάδες «αγαπώ», ανθρώπους πότισαν το κορμί τους με δεκάδες όνειρα γλυκά – εγώ γιατί να έχω μεγαλύτερη αξία από ένα στρώμα;

Ποια αίσθηση, ποια αμαρτία κουβαλάω πέρα από το ότι είμαι ένα ρούχο δανικό που καρτερά ξένα χέρια;

Οι άνθρωποι των τελευταίων πραγμάτων | Πάνος Κεφαλάς

kefalas

Ποιανού είναι το βλέμμα
που βλέπει με τα μάτια μου;

Όταν σκέφτομαι ότι κοιτάω,
ποιος συνεχίζει να βλέπει
ενώ εγώ σκέφτομαι;

Χαμένα κορμιά που βρήκατε ψυχή
και βρέθηκε για εσάς ένα σώμα.
Τρέχει! Γιατί το ψάχνετε;

Θα βρέξει | Πάνος Κεφαλάς

kefalas

Θα βρέξει.
Μην απλώσεις.
Μην απλώσεις την κολασμένη επιθυμία που σε κατατρώγει.
Σαν κάστρα τα όνειρα γκρεμίζονται σε κάθε στάλα της βροχής.
Όταν βρέχει, τα θέλω μας τα κρύβουμε.

Θα βρέξει.
Μην απλώσεις.
Μην απλώσεις της καρδιάς σου τις ξεθωριασμένες γυναικείες φωτογραφίες.
Ο έρωτας του θηλυκού στη βροχή χάνει την ομορφάδα του. Ξεβάφει.
Όταν βρέχει, δεν ερωτευόμαστε.

Βρέχει.
Κάνεις να απλώσεις τα χέρια σου να πετάξεις.
Είναι ακόμη αδύναμα. Όσο κι αν ήρθε η ώρα να τολμήσεις.
Μα θες τόσο πολύ να πετάξεις!

Μα πάντα θα βρέχει.
Κι η νιότη σου θα σβήνει.
Ο χρόνος θα σβήνει.
Κι εσύ θα σβήνεις.

Εσύ; Ναι εσύ! Πότε θα απλώσεις;