Φωνή απ’ την Θάλασσα | Πάνος Κεφαλάς

kefalas

Ο Κέρουακ είπε «Ίσως αυτό να είναι η ζωή. Ένα κλείσιμο του ματιού στα αστέρια. Σ’ αυτή την αιώνια αναζήτηση αλήθειας, ο ποιητής είναι μόνος. Προσπαθεί να γίνει παντοτινός σε μία κοινωνία που βασίζεται στον χρόνο». Από το πρωί, τα λόγια αυτά με βασανίζουν.
Σήμερα δεν ταξίδεψα στην νεραντζιούπολη.
Δεν γνώρισα κάποιον άγνωστο στο μετρό ή στον ηλεκτρικό.
Δεν έβγαλα ούτε μία φωτογραφία.
Σήμερα γνώρισα τη θάλασσα.
Ήταν κρυμμένη σε δύο μάτια.
Σήμερα μίλησα με τη θάλασσα.
Της εξομολογήθηκα τις σκέψεις μου και τις αμαρτίες μου.
Μερικούς από τους πόνους και τις απογοητεύσεις που βίωσα τον περασμένο χρόνο.
Η θάλασσα με άκουσε με κάθε ειλικρίνεια.
Ταυτίστηκε μαζί μου.
“Πονώ με τον πόνο σου, πάω προς το βυθό σου”, αναφώνησε με θλίψη.
Δεν πίστευα ότι θα έκανα ακόμη ένα ταξίδι.
Μα όπως ο ύπνος φέρνει όνειρα, έτσι και η θάλασσα φέρνει ελπίδες.
Φοβήθηκα!
Κι η θάλασσα ένιωσε τον φόβο μου.
Κι είναι θεριό η θάλασσα.
Αγρίεψε. Φουρτούνιασε και μου είπε: “Αν δεν την βρεις την ευτυχία, την φτιάχνεις μόνος σου. Αυτό το έχεις καταφέρει.
Μην φοβάσαι. Τα βρίσκεις άριστα με την μοναξιά σου.
Για αυτό σήκω στα πόδια σου παιδί μου!”
Τα λόγια της θάλασσας μου έφεραν θύμησες.
Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή — φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί και την ευφραίνει, έγραψε ο Καβάφης.
Εδώ ας σταθώ. Στη θάλασσα.
Κι ας γελαστώ πως νιώθω πάλι,
κι όχι πως νιώθω τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.
“Ποτέ μην μετανιώνεις για τίποτα”, μου είπε στο φευγιό της η θάλασσα.
“Θα έρθεις;”. Τρόμαξα στην ερώτησή της. Στάθηκα.
Μετά, άπλωσα το χέρι.
Πήρα ένα λείο ελαφρύ πετραδάκι το πέταξα στην επιφάνεια της θάλασσας, αναπήδησε τρεις φορές και χάθηκε στην αγκαλιά της.
Εκείνη τη στιγμή ανέσυρα τα λόγια του Κέουρακ ξανά «Να ζεις, να ταξιδεύεις, να ριψοκινδυνεύεις, να ευγνωμονείς και να μην λυπάσαι».
Πόση σοφία χωράει μέσα σε δύο μάτια! Στη θάλασσα!
Θα έρθω, της φώναξα. Και χάθηκα. Γιατί έπρεπε να χαθώ.
Μεσάνυχτα.
Τα μάτια και τ’ αστέρια.
Τα φιλιά. Η ψυχή.

Ολότητα και άπειρο | Πάνος Κεφάλας

Λευκό σεντόνι. Θα ήθελα να ήτανε χρυσό. Λουλούδια να το ρέουν και λιβάνι.
«Ήρθε η Άνοιξη», μου ψιθύρισε στο αυτί κρυφά η νοσοκόμα. «Είναι μονάχα μιαν ιδέα», συμπλήρωσα χαμογελώντας. Η Άνοιξη δεν περιμένει στη σειρά του χρόνου. Υπάρχει πάντα μέσα μου. Μαζί με τα λουλούδια και το λιβάνι.
Τα μύρισα στο χέρι του παππού μου. Ωχρό το χρώμα του, που έγινε χρυσό.

Σήμερα έλαβα και δάφνες.
Φορώ στο χέρι κωδικό: 16.06.30.
Θα ήθελα να ήτανε από χρυσό, το χρώμα του παιδικού κλουβιού, στο πρώτο φως της γέννησης. «Είναι μονάχα μιαν ιδέα», φωνάζει μέσα μου ο Θεός. Η Γνώση είναι χρυσός. Φωτιά θερμή, λουλούδια και λιβάνι.
Τη βρήκα στα βιβλία. Κάτω από το χωματένιο στήθος μου.
Λευκές σελίδες, που γίνονται χρυσές.

Λευκό σεντόνι, γυμνά στήθη. Ως έρωτας η άτεγκτη επιθυμία της διάρκειας. Χρώμα πελιδνό, νωχελικές υπάρξεις βγαλμένες από το φιλοσοφικό παράδοξο του Ζήνωνα του Ελεάτη: όταν ένα σώμα γίνεται βιβλίο, κάθε φορά θα αποτυγχάνει.
Ο έρωτας, χρώμα λευκό, που θα ήθελα να ήτανε χρυσός.

Λευκό σεντόνι, στο φιλί. Μεταμορφώνει το σώμα μου σε μια καινούργια γλώσσα, σε μία καινούργια αλφάβητο. Χρυσό.
Εγώ κρατώ τα χρώματα. Την ποίηση της διάρκειας.

Η Κραυγή | Πάνος Κεφαλάς

Ιούνιος, 1917.

Στο άγριο σκοτάδι του πολέμου, καθώς έρχεσαι αντιμέτωπος με το θάνατο, η «ματιά», η μόνη σωτηρία, εσύ αγαπημένη μου σε κάθε αντίο των πράσινων ματιών σου στο σιδηροδρομικό σταθμό, στην εξώπορτα του σπιτιού μας, στο νυχτερινό παιχνίδι του ύπνου.

Αυτή η «ματιά», που συνδέει το μάτι με την ψυχή μας, σαν άλλο οπτικό νεύρο, είναι ένα κόκκινο κουβάρι που μέσα στο απέραντο σκοτάδι του χωματένιου στήθους μου, παλεύω μανιωδώς να βρω, να γραπώσω, για να βγω από το σπήλαιο του θανάτου. Θα βγω; Θα ξαναδώ τα μάτια σου;

Ζω σε μία κρίσιμη στιγμή της υπάρξεώς μου, ενός κόσμου που γκρεμίζεται κι ενός άλλου που ακόμα δεν έχει γεννηθεί. Ο πόλεμος που θα τελειώσει τον πόλεμο, είναι ο νόμιμος άρχοντας του καιρού τούτου. Η ανώτερη αρετή σε κάθε σφύριγμα του διοικητή καθώς καβαλάμε τα συρματοπλέγματα της πρώτης γραμμής, δεν είναι άλλη παρά να μάχεσαι για την ελευθερία. Μα εγώ αγαπημένη μου δεν βλέπω την ελευθερία στο σπήλαιο που βρίσκομαι. Μόνο μια χούφτα τριών γενεών πρωτόγονων ανθρώπων, στοιβαγμένοι ο ένας πλάι στον άλλο κολλητά, μέσα στη βροχή και τη λάσπη. Ήμουν τίμιος άνθρωπος πριν από τον πόλεμο, τώρα ήρθα εδώ για να σκοτώσω και να σκοτωθώ.

Κάθε φορά που καταφέρνω να βρω το κόκκινο κουβάρι και το ακολουθώ, η «ματιά» με φέρνει αντιμέτωπο με τα χαρακώματα της πρώτης γραμμής. Φωνές, ουρλιαχτά, οβίδες και λάσπη. Κι εγώ χωμένος μέσα στη γη, μέσα σ’ ένα αδιάκοπο πεδίο μάχης με παράλληλες γραμμές και απειράριθμά ορύγματα. Η γη! Πλημμυρισμένη από νερά, νερόλακκοί, μεγάλες τρύπες σα χωνιά και συρματοπλέγματα. Τι είναι ο πόλεμος; Ένα δίκτυο χιλιομέτρων, με σακιά νεκρών ψυχών να τα ποδοπατούν άλλα σακιά μελλοθάνατων ψυχών. Παντού θωρώ σακιά.

Ανασηκώνω το χέρι μου να πιάσω το κόκκινο κουβάρι για να βγω. Να έρθω σε εσένα. Η χλαίνη γιομάτη αίμα. Κάτω από τη μεγάλη γαλάζια σουπιέρα που φορώ για κράνος, ανάμεσα στα δυο μελίγγια μου, η φλόγα σιγοσβήνει. Σ’ ακολουθώ «ματιά» μου, μα δεν θωρώ τα πράσινα σου μάτια. Δεξιά νιώθω τον τρόμο. Ζερβά τη σιωπή. Κι ανάμεσα στο χωματένιο στήθος μου είναι μονάχα ο θάνατος.

Κινώ να βγάλω μια κραυγή. Κατάφερα να πιάσω το κουβάρι. Σέρνω το ανεμικό κορμί μου έξω από το σπήλαιο. Εκλιπαρώ να είσαι εκεί όταν τα μάτια μου θα ανοίξω.


Στρατιωτική ποίηση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου
Από το συλλογικό Chemins des Dames – Ο δρόμος των κυριών

Η τελετή του αποχαιρετισμού | Κεφαλάς Πάνος

kefalas

“Κάθε ιστορία έχει την εξέλιξη που της προσδίδει αυτός, που την ώρα της γραφής, κινεί το σπάγκο ή το σύρμα των κινητών μελών των πρωταγωνιστών του. Εμείς, εσύ, εγώ, που σκεφτόμαστε και γράφουμε, γινόμαστε τόσα δα μικροί, γράμματα της αλφαβήτα, κινούμε μέλη, ξεθάβουμε σκέψεις και συναισθήματα, τα βάζουμε όλα μαζί και βγάζουμε λέξεις. Γεννάμε παραγράφους. Κατασκευάζουμε κόσμους. Για εμάς. Για τα δικά μας μάτια. Για τις καθαρές δικές μας ψυχές. Μα πάντα θα ξεχνάμε ότι οι πρωταγωνιστές μας είναι αυτόνομα αποσπάσματα του ερωτικού μας κόσμου”.

Ο Καρλ άφησε κάτω την πένα του. Έβγαλε από το στήθος του ένα μεγάλο επιφώνημα ανακούφισης. Το χέρι της στο στήθος του, μια θάλασσα! Κοίταξε τα βαγόνια του μετρό.

“Μου αρέσει το βράδυ πριν να κλείσει το μετρό, να μπαίνω σε κάποιο συρμό και να πηγαίνω μακρινές διαδρομές. Να κάθομαι μόνος μου, με κάτι πεταμένες ψυχές σαν και τη δική μου. Ένας εδώ. Άλλος εκεί. Άλλος παραπέρα. Σε κάθε βαγόνι και μια σκιά. Δέκα μοναχικά αγάλματα, δέκα μοναδικά ραγίσματα, που ταξιδεύουν καθένα για το δικό του ζαχαρένιο βουνό. Εγώ, χαμένος ανάμεσα τους να τους παρατηρώ και να γράφω ιστορίες”.

Ο Καρλ έκλεισε το τετράδιο των σημειώσεων του. Κοίταξε κάτω σαν τσουβάλι έτοιμο να αφεθεί να πέσει. Η Έλλη ήρθε για ακόμα μία φορά στο μυαλό του, κι ας ήταν απόψε μόνη της μακριά του. Πίσω από τα μαβιά της μάτια, πάντα η σοφία της, ήταν η οδός της λύτρωσης των σκέψεών του.

Διαβάστε περισσότερα

2 ποιήματα | Πάνος Κεφαλάς

Ηλύσια Πεδία

Σε θέλω
μέσα μου να υπάρχεις,
κι να γυρνάς τα φτωχά μου βράδια
στα μέρη της ψυχής μου
εκεί που καμιά δεν τόλμησε ποτές της να φτάσει
στο μαύρο και στο άσπρο
εκεί που μου αρέσει να κρύβομαι από τα φτηνά κοιτάγματα,
για να με κρατάς στο τώρα σου
να μου φανερώνεις το αύριο.
Μαζί σου!
Σε θέλω
μέσα μου να υπάρχεις,
από το παραθύρι μου να σε κοιτώ κρυφά να έρχεσαι
μα να πονώ στο κάθε γεια σου στο κλείσιμο της πόρτας.
καληνύχτα να μου λες
και να σε ρωτώ με άγχος
θα σε δω αύριο!
Σε θέλω
τριγύρω μου να υπάρχεις,
να καταστρέφεις τις σκέψεις μου με την εικόνα σου
τον χρόνο να μου κρύβεις που με αγχώνει
με τον τρόπο που εσύ μόνο μπορείς,
και να σε έχω να χάνονται τα πάντα.
Γαλήνη είσαι!
Σε θέλω
τριγύρω μου να υπάρχεις,
να αισθάνομαι την πνοή και τον χτύπο της καρδιάς σου
είσαι εκεί, σε νιώθω,
δεν σε κοιτώ αλλά με κοιτάς,
χαμογελάς το ξέρω!
Αύριο θα σε δω αγάπη,
το ξέρω.

***

Αόρατο

Είναι δύσκολο να ποθείς κάποιον πάρα πολύ,
να κοιμάσαι με την σκέψη του τα βράδια,
να ονειρεύεσαι την ζεστή αγκαλιά του,
το απαλό άγγιγμα του προσώπου του,
το βλέμμα σου στο βλέμμα του,
να ταξιδεύεις στο μυαλό του,
να ζεις όσο ζει,
να πιστεύεις όταν πιστεύει,
να υπάρχεις ίσως γιατί υπάρχει,
να σε αγγίζει και να κλαις,
να τον ποθείς και να τον θες,
να τον αγαπάς και να σε λατρεύει,
όμως είναι τόσο δύσκολο να ξέρεις ότι εσύ τον θες
και δεν τον βλέπεις.