Μια ανάμνηση του Αυγούστου | Αντωνία Σκανδάλη

All-focus

Ένα πεταμένο λουλούδι στην άκρη του δρόμου, λευκό στο χρώμα του, να συμβολίζει την αγνότητα μιας ψυχής που κόπηκε βίαια παρά τη θέλησή του. Ένας γλυκός δροσερός αέρας προσπαθεί να ανασηκώσει τα πέταλά του αλλά μάταια παλεύει να το σώσει. Με τον καιρό θα το ξεράνει ο ήλιος και θα γίνει και αυτό μια ανάμνηση στο χρόνο, μια ύπαρξη που χάθηκε, ξεθώριασε στα δίχτυα ενός τελειωμένου καλοκαιριού.

Όπως όλες οι αιθέριες υπάρξεις που πέρασαν από τη ζωή μου και χάθηκαν στο τέλμα του χρόνου, βούλιαξαν στα άδυτα του μυαλού και σαν υπνωτισμένες μέδουσες περιπλανιόντουσαν στο βυθό της δικής μου θάλασσας και σου άφηναν μια γεύση αλμύρας, παραδομένες στην απεραντοσύνη του χρόνου αναδύονταν σαν το φεγγάρι του Αυγούστου μέσα στη νυχτωμένη θάλασσα. Κόκκινο, μισογεμάτο, μια επιβλητική παρουσία με φόντο το μαύρο του ουρανού. Ανίκητο στη θέα του, όλο ανείπωτα συναισθήματα.

Σαν να ξύπνησε από το λήθαργό τού, αποφασισμένο απόψε να ξεσηκώσει θύμησες που είχαν σκουριάσει από το αλάτι και είχαν χαθεί. Μα είχες ξεχάσει να πάρεις μαζί το χαμόγελό σου, το άφησες εδώ να θυμίζει κάπου κάπου την παρουσία σου, πως κάποτε υπήρξες δίπλα μου, σε έναν δρόμο που διαλέξαμε να βαδίσουμε παρέα. Ένα δρόμο δύσβατο που δεν είχε επιστροφή, δεν είχε αστέρια να φωτίζει τη νύχτα και το φεγγάρι ήταν πάντα χλωμό. Και όταν πια αυτός ο δρόμος έφτασε να αγγίξει το τέρμα, μου δώρισε μια βαλίτσα και εσύ χάθηκες στο ξημέρωμα ενός αυγουστιάτικου πρωινού.

Ανοίγω τα μάτια και νιώθω για λίγο νεκρή χαμένη σε ένα όνειρο που με τα φώτα του ουρανού είχε χαθεί. Ένα δωμάτιο άδειο που από τις χαραμάδες των παραθυρόφυλλων μπαίνει αμυδρά λίγο φως. Διακρίνω την σκόνη να λικνίζεται σε ένα δικό της ρυθμό. Ανοίγω το συρτάρι δίπλα μου, το σύρσιμό του ακούγεται τόσο δυνατά που ταράζει την νεκρική σιγή του δωματίου.

Σκονισμένες φωτογραφίες, ποτισμένες με δάκρυα άλλοτε χαράς άλλοτε απελπισμένης λύπης. Τις χαϊδεύω απαλά σαν να είναι το πολυτιμότερο κόσμημα. Και εκείνη η εικόνα που συντρόφευε τον ύπνο μου είναι ξανά μπροστά μου μια φιγούρα άψυχη, ένα χαμόγελο στεγνό χωρίς καμία ζωντάνια, κανένα συναίσθημα. Αποτυπωμένο σε ένα κομμάτι χαρτί τόσο εύθραυστο, τόσο αδύναμο που φοβάμαι πως θα χαθεί ξανά και θα κομματιαστεί. Τίποτα όμως δε ζωντανεύει την παρουσία σου ακόμα και αυτό το κομμάτι χαρτί. Αδημονώ για τη στιγμή που θα νυχτώσει πάλι, εκεί που η πόλη ολόκληρη θα κοιμάται και το φεγγάρι θα μου δείχνει το δρόμο για να σε συναντήσω. Σε ένα κρυφό σοκάκι μια ερημωμένης πόλης. Σε ένα στενό δρομάκι ενός ονείρου. Μόνο εκεί, την ώρα που όλα σβήνουν και τα μάτια μου σφραγίζουν ερμητικά, σε βλέπω να ζυγώνεις δειλά και να ακουμπάς ξανά τη ψυχή μου. Και ’γω παρακαλώ τον ουρανό να μην πάρει μακριά τα πέπλα της νύχτας και χαθείς πάλι.

Στα σκοτάδια της νύχτας έμοιαζες να είσαι κυρίαρχος του εαυτού και εκεί πλάι στο κύμα της θάλασσας σου άρεσε να ξαπλώνεις και να ακούς τη μελωδία του αυγουστιάτικου αέρα. Τα φώτα, ελάχιστα η βουή του δρόμου ίσα που ακούγεται στα αυτιά μας. Το κορμί σου γεμάτο αλμύρα σαν τα φιλιά σου. Μια στιγμή δική μας, μια στιγμή σιωπής χαμένοι μέσα στην αμμουδιά, παρασυρμένοι από τη θέα ενός ουρανού. Μετράμε αστέρια, μετράμε στιγμές και όνειρα γιατί ξέρουμε πως στο φως του ήλιου όλα θα εξαφανιστούν με ένα τρόπο μαγικό σαν να υπήρξαν κάπου, κάποτε, σε κάποια άλλη εποχή σε έναν άλλο τόπο. Ίσως και σε μια άλλη ζωή.

Σε βρίσκω σαν αυγουστιάτικου όνειρο, σαν ξεθωριασμένο καλοκαίρι και σε χάνω με τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου.

 

Όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλλέες | Ανδρέας Εμπειρίκος

ftx

Μνημόσυνον σε μαύρο μείζον
με βαθυπράσινους κισσούς για έναν
άνθρωπο που εις την Πρέβεζαν εχάθη.

«Όσοι καμιά φορά από την Πρέβεζα περνάτε και στην υγρή κουφόβρασι στα καφενεία κάθεσθε να πιήτε έναν καφέ, ή ένα γλυκό του κουταλιού να φάτε, βαπόρι περιμένοντας ή κάποιο λεωφορείο, ακούοντας βοήν φωνών και συζητήσεων, ήχους ζαριών και επικλήσεις αυτών που σκύβουν επάνω από τα τάβλια, την μοίρα μάταια προσπαθώντας με τέχνη να παραμερίσουν, τα πούλια ζωηρά χτυπώντας, φιλώντας στις χούφτες των τα ζάρια, κουνώντας τα με δύναμιν και τέλος φωνάζοντας, καθώς τα ρίχνουν με ζέσιν ελπιζόντων: “Ντόρτια!… Δυάρες!… Εξάρες!…” όσοι, λέγω, σ’αυτά τα καφενεία κάθεσθε, στη ζέστη του καλοκαιριού, την ώρα που φέρνετε στα χείλη σας το δροσερό ποτήρι, ή , μέσα στο ψύχος του χειμώνος τον αχνιστόν καφέ, προσμένοντας κάποιαν υπουργικήν απόφασιν, μετάθεσιν, ή κάποιο κέλευσμα ανεξιχνίαστον της Μοίρας, όσοι στα καφενεία της Πρεβέζης κάθεσθε, προσμένοντας τις οίδε τι- μην τον ξεχνάτε.

Σε όλους τους τέτοιους καφενέδες- Πρεβέζης, Αθηνών, Πατρών – πάντα η ψυχή του θα πλανάται, όπως και εις τα στυγνά γραφεία τόσων νομαρχιών και υπουργείων, όπου ο ποιητής σε όλον του τον βίον, τις μέρες του εν μέσω τρομεράς ανίας μετρούσε σαν κομπολόι βαρετό, αυτός που έσφυζε εν τούτοις –ω, ειρωνία– απο θεσπέσια οράματα, για πράγματα που ο κόσμος ο πολύς, ο κόσμος ο κοντόφθαλμος ή και ο χυδαίος, χίμαιρες ή ουτοπίες τα ονομάζει. Διότι αναμφιβόλως, ο ποιητής αυτός επάλλετο από τοιάυτα οράματα και αν έλεγε ο ίδιος ότι ιδανικά δεν είχε – είχε, μα απο σεμνότητα ή απαλότητα ψυχής ή φόβον, ντρεπόταν να τα περιγράψη, ντρεπόταν να τα πη, ή να τα ονομάση, αφού ήσαν όλα εδεμικά και πίστευε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε, παρά μονάχα στα οράματά του τα απόκρυφα να τα εκφράση, να τα φθάση, ωσάν να ήτο κατηραμένος, κολασμένος ο νέος αυτός, ο τόσον (έξω από την πράξιν την στερνήν και ίσως μέσα σε αυτήν) ο τόσον πολύ εν τη ουσία ευλογημένος. Διαβάστε περισσότερα

Οι τσιμούχες | Νίκος Λέκκας

Με το ουσιαστικά αντρικό φύλλο ένα είναι παραδεκτό. Για τις τσιμούχες των κωλόπανων, «το μπεγλέρι του κολομπαρά είναι τ’ αρχίδια του τεκνού», καθότι ποτέ δεν δέχτηκαν να βάλουν το «χέρι στην τσέπη» ούτε ως καύλα, ούτε ως αλτρουισμό να φάει ψωμί και κανένας άλλος. Μόνα τα κάτω και από μειράκια που όσο να είναι μεριμνούν πολλοί. Πόσα είδαμε και πόσα ακούσαμε. Από δακρύβρεκτα, από σπαραξικάρδιες ιστορίες, έως υπέροχες. Και από μάγκες, οι περισσότεροι τζάμπα – και τζαμπέ χορτάσαμε.

Και όλοι την είδανε άνθρωποι τις νύχτας. Χωρίς φράγκο στην τσέπη. Γιατί ντε και καλά, το άρρεν πρέπει να γίνει μάγκας. Ακόμα και στην ηλικία που τα «δωράκια» και τα κεράσματα δεν παίζουν. Στην δική μας ηλικία. Με τις όποιες πίκρες της γνώσης που οι μισοί πεθάνανε και οι άλλοι μισοί αλλαξοπίστησαν. Σαν τις αλλαξοκωλιές κάποιων διανοούμενων, που όταν «χάσαν το καρνέ τους, οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να αλλάξουν φίλους». Ακόμα και στα θεϊκά μπαρ της Αχαρνών. Και οι εναπομείναντες παίζει να είναι με πεσμένα δόντια και ρυτίδες. Και για την διανόηση, κλαίουσα χήρα πια, που όσους γνώρισα μόνο το ξημέρωμα είδαν φώς. Για λίγο. Όσο κρατά ένα ολιγόλεπτο χάραμα. Μέσα και τα χασικλάκια. Που τα αλβανάκια προσφέρουν πούτσο έναντι αμοιβής, και τα ποτά κερασμένα. Αλλά τα πακιστανάκια –επίσης χασικλάκια– προσφέρουν κώλο, πάλι έναντι αμοιβής άλλα χωρίς ποτά, μιας και το απαγορεύει η θρησκεία τους. Αλλά ξέχασαν ότι η οποιαδήποτε θρησκεία με τις όποιες εκφράσεις της προτάσσει ήθος, κατανόηση και αγάπη αλλά και συγχώρεση και σιγά να μη κράτα διαιτολόγια και αλκοτέστ ο οποιοσδήποτε θεός.

Αλλά τα μπαράκια –αν και οι τσιμούχες αυξάνονται– συρρικνώνονται στην αρχή και κλείνουν μετά. Και τα κορίτσια, που πλαντάζουν με την «Μπαρόβια» της Τάνιας Ελληναίου, για να μη βαράνε μύγες, βάρεσαν λουκέτο με πρόφαση την κρίση. Αλλά δεν περίμενε κανένας να την βρίσκουν αλλιώς, χωρίς να έχουν εντρυφήσει στην αυτοβιογραφία της Γαβριέλας, ούτε καν στις Μπέττυς, και τα ποιήματα της Πάολας, χωρίς αυτά τα μίζερα άσματα. Και την πορνεία, όπως είναι γνωστό, μας την δίδαξαν βιβλία και μας την επικύρωσαν δίσκοι. Κάποιοι του Μαρίνου και ο μεταθανάτιος του Φώτη Παπαδόπουλου – που σίγα οι νέοι του χώρου να μην τους έχουν ακούσει.

Τα φύλα δεν έχουν κανένα νόημα. Και η αξιοπρέπεια αφορά όλους, ή τουλάχιστον θα έπρεπε, αλλά το γεμάτο πορτοφόλι για μερικούς, που όσο πάνε πλειοψηφούν. Αλλά δείχτε και μια κατανόηση στα κορίτσια. Από τον νεροχύτη στην μπάρα και το προγαμιαίο συμβόλαιο στην κωλότσεπη ή στο τσαντάκι για τον κάθε μαλάκα, είναι κατάντια. Κάθε επάγγελμα απαιτεί και την πρέπουσα σοβαρότητα, με οποιαδήποτε κοινωνικοποίηση από πίσω, με οποιαδήποτε στάση/βλέψη στην ζωή που στους περισσότερους είναι η μικροπρέπεια και ο ουσιαστικός συντηρητισμός. Και οι ιδεολογίες άσχετες.

Το παν στη ζωή πρέπει να είναι η Ηθική και η ουσιαστική Ομορφιά. Και αμφότεροι να κάνουν ένα τσεκάπ στο νευρικό τους σύστημα. Τζαζ είναι όλοι και μεγαλομανείς. Και από τσιμούχες χορτάσαμε όπως και από πουτάνες νέου τύπου. Και καλά κάνουν μερικοί που έχουν μπει στην σπηλιά τους, χωρίς να είναι το κλουβί τους, γλείφουν και θεραπεύουν τις πληγές τους και δόξα χημείες με όνομα και σφραγίδα φαρμακευτικής εταιρίας υπάρχουν για όλα τα γούστα, αλλά η χασικλίδικη νοοτροπία που επικρατεί άκρως διαφοροποιημένη, παραλλαγμένη και μίζερη το απαγορεύει για μια τάχα μου νορμάλ ζωή. Αλλά υπάρχουν τεκμήρια ενάντια σ’ αυτό το νορμάλ.

Τα ανακτηθέντα χέρια του παραδείσου | Πάνος Κεφαλάς

Αυτός που βλέπει το άπειρο σε όλα τα πράγματα Θέλ, πασχίζει λιγότερο να οικοδομήσει την Γκολγονούζα*.

Μου είπες: “Πήγαινε προς τη χώρα εκείνη, που σ’ όλη τη ζωή σου λαχταρούσες να γνωρίσεις”.

Μα ξέρω πλέον ότι η ποίηση και όλα τα πετάγματα της φαντασίας δεν είναι παρά οχήματα οραματισμού.

Μα καθώς περπατούσα ανάμεσα στις φλόγες της κόλασης, γοητευμένος από τις απολαύσεις του Πνεύματος, τα μικρά αυτά χαρίσματα που έλαβα με το πρώτο βούτηγμα του προσώπου στο αλμυρό νερό της υπάρξεως, έχασα την αίσθηση του μπλε κάτω από το χωματένιο στήθος μου.

Τότε ρώτησα: “Το άπειρο που θα το ξανάβρω;” Φώναξες, στα χέρια! Στη χόβολη της γης, έρημη, απέραντη! Φτιαγμένη από χώμα και αίμα.

Τα χέρια! Μικρά ποταμάκια, γιομάτα απέραντες φλεβίτσες. Να τα θωρείς από μακριά σε απόσταση, μέχρι να είσαι έτοιμος για αυτά. Στις ακτές τους νεκρική σιωπή. Μα ξέρουν να πείθουν.

Συλλογίζομαι!
Πόσο μου λείπει, μία γραμμή,
να ακολουθώ τα βράδια,
’κείνη τη γραμμή των χεριών σου,
στο βάθος της αβύσσου.

Λεπτές γραμμές,
κοφτερές, των χεριών σου το άγγιγμα.
Ξέρεις πόσο αξίζει ένα άγγιγμα;

Τα χέρια! Τα χέρια, που σπαρταρούν τις νύχτες, θα μου δείξουν το δρόμο. Μόνο αυτά ξέρουν πόσο μακριά από εμάς είναι ο Ουρανός.

Στο κενό ανάμεσα στον Κρόνο και τ’ αστέρια, εκεί θα με ακούς καλύτερα. Θα είμαι πιο κοντά.


*Γκολγκονούζα, μια πολιτεία της τέχνης και της φαντασίας. Από τον William Blake.
Ο τίτλος δανεισμένος από τον Ανακτηθέντα Παράδεισο του Milton.
Φωτογραφία: ©Πάνος Κεφαλάς

Δύο και ένα | Νίκος Λέκκας

131670431_3485476611570077_5861178278651137884_n

Στον Αλέξανδρο Ματσάγγο

Στην ρεαλιστική μας ζωή, σ’ όλο το διάβα μας, μια μόνο στιγμή, που σχεδόν πάντα επέρχεται με το βλέμμα, μπορεί να γίνει σηματοδότης μιας ολόκληρης ζωής. Μετά οι άνθρωποι της «φυλής» μου το ακολουθούν. Ο Χρήστος τίμια και ειλικρινά έγραψε ότι μαγεύτηκε από πέος αθλητή, μικρούλης, βλέποντάς το από τον φεγγίτη. Ο Βαγγέλης στις παιδικές του μπουρδελότσαρκες, που πάντα οι πουτάνες – πουτάνες οποιοδήποτε φύλου– του πρόσφεραν μια θέση μη εμφανή για τον κόσμο, αλλά από αυτήν μπορούσε να μπει στο νόημα της ζωής. Τα σφαιριστήρια το ίδιο. Όλοι είχαν μια κερδισμένη ζωή.

Κάποιοι από αυτούς έφυγαν πρόωρα. Ο Φώτης διαισθάνθηκε όλη του την ζωή μαζεύοντας σύκα. Αρωγός ένας γείτονας. Και τώρα που τα πάρτυ έχουν χαθεί, της ζωής τα πάρτυ, οι διάσημοι φίλοι μας είναι ή απόντες ή προσκυνήσανε κόμματα και αποκόμματα, οπότε εξίσου απόντες. Και ο χάρος έχει πάρει παγανιά τους καλύτερους. Κανείς δεν πήγε από γεράματα. Επιμένουμε με το ίδιο σθένος, στα ίδια, ο καθένας από το δικό του μετερίζι, χωρίς να πωρωθούμε, χωρίς να ήμασταν ποτέ πωρωμένοι, αλλά μονάχα με μια θρησκευτική ευλάβεια στις ιδέες μας, και χωρίς καμία πίστη στους εξωγενείς παράγοντες.

Και προσφέραμε. Και δεν μας ένοιαζε αν το νιώνανε. Και δεν μας ένοιαζε αν θα το δεχτούνε. Και ποτέ δεν πήγαμε στα κόμματα εξουσίας της οποιασδήποτε διανόησης. Όπως μόνο εξ ανάγκης πατήσαμε σε πρεμιέρες. Και στις κάμερες είχαμε τον ανθρωποδιώχτη. Μόνο κιτρινισμένα σαν από νικοτίνη χαρτιά προσκυνήσαμε. Σε κάποια από αυτά γράψαμε. Για το μεροκάματο. Πριν γίνουν κίτρινα. Πριν την δουν όλοι κίτρινοι. Περίεργοι κόκκινοι γεννηθήκαμε. Χωρίς κρατική μέριμνα από φορείς. Και χωρίς δεκανίκια. Ακόμα και τους κυρίους τούς είδαμε στα σπασίματά τους. Όχι στη δημόσια εικόνα τους. Και δεν υπάρχουν μεγαλύτερες αξίες από τις λαϊκές.

Και σχέσεις με παντρεμένους κάναμε. Ποτέ μας δεν καταδεχτήκαμε να ήμασταν οι αναπληρωματικοί ή στην καλύτερη περίπτωση οι επιλαχόντες. Βέβαια, αισθήματα πνίξαμε για να μην θεωρούν οι έρωτές μας ότι προσπαθούμε να εντείνουμε το φαινόμενο της ρετσινιάς για τα σκασμένα τους. Και τις γυναίκες αγαπήσαμε. Πολύ. Και μας καύλωσαν και ακόμα μας καυλώνουν. Οι πραγματικές γυναίκες. Οι χειραφετημένες.

Εμείς που τα λέμε αυτά. Οι λαϊκοί. Αν και βρεθήκαμε και σε σαλόνια. Ο σκοπός είναι να μπορείς να παίζεις παντού. Όχι να ελίσσεσαι παντού. Γαμήσαμε. Δεν τα γαμήσαμε όμως όλα. Αρχές είχαμε. Δεν ήμασταν πουτάνες νέου γίγνεσθαι. Ακόμα και σε φάσεις πουτανιάς. Η χαρά πρέπει να είναι έμφυτη. Ποτέ της εφευρεμένη. Και ο άνθρωπος όπως όλα τα έμψυχα έχει χαρά μέσα του. Η φύση δίνει χαρά. Και οι χημείες κάνουν την δουλεία τους, ως θεραπεία (γιατί θεραπεία με ματσούνια δεν παίζει – οπότε όχι χασίσι).

Η γνώση δίνει χαρά μαζί μ’ εφόδια. Και τα δημιουργήματα του ανθρώπου μπορούν εν δυνάμει να γίνουν θεάρεστα. Ακόμα και στην αρχιτεκτονική. Το φως ή το υποφωτισμένο δίνει χαρά. Το εντελώς σκοτεινό είναι μέσα σε ψυχρούς χώρους. Χωρίς ορατότητα ή μέσα από κλειδαρότρυπες. Προς το απαραβίαστο της ιδιωτικότητας. Άλλα ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι δημόσιος. Και να βγάζει την κάθε στιγμή σαν αρτίστα. Και η δημοτικότητα είναι αδιάφορη. Για να είναι ο μεγάλος της σκηνής. Και όταν τα φώτα της ζωής σβήσουν θα έχει πει καληνύχτα με αξιοπρέπεια.