2 ποιήματα | Γιώργος Λ. Οικονόμου

oikonomou

Θεσσαλονίκη

Και πού να πάω μου λες
γεννήθηκα μεγάλωσα αλήτεψα
πέθανα κι αναστήθηκα εδώ

Δυο χρόνια μόνο έλειψα μακριά
όταν με πήρανε φαντάρο

Πώς γίνεται ζωή χωρίς τις Εξοχές
την Αρετσού τα Κάστρα το Ντεπώ
Χωρίς την Τσιμισκή με τις ωραίες γκόμενες

Και πού να πάω μου λες
κοντά στο σπίτι μου η Τούμπα
άμα κερδίσει ο Ολυμπιακός και λείπω
πώς θ’ ακούσω τη σιωπή της κερκίδας

***

Το πρώτο ποίημα

Πείτε μου το ποίημα που αγαπάτε
ρώτησαν κάποτε έναν σπουδαίο ποιητή
κι αυτός δακρύζοντας απάντησε

το πρώτο ποίημα που αγάπησα ήταν
ένα πιάτο ραδίκια βραστά με μπόλικο λεμόνι
απ’ τα χέρια της μάνας μου


* από την ποιητική συλλογή Η σιωπή της κερκίδας, Εκδόσεις Τύρφη, Θεσσαλονίκη 2021

Νέο Savoir-vivre #61-70 | Σωτήρης Παστάκας

266114528_10223132978647707_419780082161545363_n

#61 Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΚΟΣ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΣΜΟΣ

Υπάρχει ένα είδος παρηγορητικού αυτοβιογραφισμού που μαθαίνεται εύκολα και δύσκολα εγκαταλείπεται. Είναι σαν τη συνταγή να κάνεις κουλουράκια: αφού τη μάθεις συνεχίζεις και πλάθεις κουλουράκια για όλη σου τη ζωή. Ο παρηγορητικός αυτοβιογραφισμός έχει στο κέντρο του το βίο και τα παθήματα του ποιητή, με το ηθικό δίδαγμα πως ο αυτοβιογραφούμενος ποιητής δείχνει πληγωμένος, ευαίσθητος και υπεράνω όλων. Ως αυτοθεραπεία λειτουργεί καλά: ο ποιητής δεν κινδυνεύει από καμία συναισθηματική απειλή, γιατί τα έχει φέρει όλα στα μέτρα του. Το πρόβλημα είναι πως αφού κατάφερε μέσα από ένα επάγγελμα που δεν του «ταιριάζει», μια συμβία που δεν τον καταλαβαίνει και παιδιά που τα έπλασε κατ’ ομοίωση (κανονικά τέρατα, δηλαδή), και έμαθε επιτέλους την συνταγή να παίρνει ρεβάνς από όλα αυτά, πώς να την εγκαταλείψει;

Ο ποιητής ως υποκείμενο των ποιημάτων του εμφανίστηκε από τον Αρχίλοχο, δεν αποτελεί καινούργια ανακάλυψη. Η επιμονή των συγχρόνων να φωτίζουν την περσόνα του ποιητή γίνεται δίχως τις άλλες αρετές: τη μετουσίωση, τη φαντασία, το λογοπαίγνιο, την ειρωνεία. Ειρωνεία και αυτοειρωνεία είναι από τους πιο εξελιγμένους μηχανισμούς αμύνης του εγώ. Από πότε θεωρείται ποίηση η παράθεση των απωθημένων και η ψυχοθεραπεία του γράφοντος;

Αυτά κι άλλα πολλά είπαμε με τον Νίκο Βουτυρόπουλο ένα μαγιάτικο βράδυ εκεί στον ανθισμένο κήπο του στη Νέα Σμύρνη. Διαβάστε περισσότερα

Ρούχο δανικό | Πάνος Κεφάλας

Στέκω εδώ, φορώντας τα καλά μου.
Έχω πλυθεί κι έχω διώξει από πάνω μου κάθε ημέρα τούτου του χρόνου.
Μα κυρίως –κάθε φθορά– τούτου του κόσμου.

Στέκω εδώ, τοποθετημένος προσεκτικά στη μέση του δρόμου.
Μονάχος μου, μα το σημαντικότερο, συνοδεύω για ακόμα μια φορά σε τούτο τη νέα ευκαιρία της ζωής.

Όποιος αποφασίσει να μου δώσει μια ευκαιρία, θα τον ζεστάνω, θα τον φροντίσω, θα του χαρίσω την αίσθηση που του αρμόζει και του λείπει. Ποιος είπε ότι τα πράγματα πεθαίνουν; Κι αν ναι, πού πάνε;

Στέκω εδώ, έχοντας μεγαλύτερη αξία από ένα στρώμα. Μα ποιος ορίζει την αξία των πραγμάτων; Κι ποιος την αξία των ανθρώπων;

Κι αν το στρώμα έζησε τον έρωτα και τόσα και τόσα γυμνά κορμιά που αγαπήθηκαν, ανθρώπους ψιθύρισαν δεκάδες «αγαπώ», ανθρώπους πότισαν το κορμί τους με δεκάδες όνειρα γλυκά – εγώ γιατί να έχω μεγαλύτερη αξία από ένα στρώμα;

Ποια αίσθηση, ποια αμαρτία κουβαλάω πέρα από το ότι είμαι ένα ρούχο δανικό που καρτερά ξένα χέρια;

Ποιήματα | Χαρά Χρηστάρα

xara

Γύρω-τριγύρω σιωπή
μόνο το φτεροκόπημα της μνήμης μου
ακούω

***

Σφίγγω τα χείλη
τα βλέφαρα και τις παλάμες
στη φούχτα μιας ανάμνησης κρυμμένης

Πείθω τις κόρες, τους καρπούς,
το στόμα
για τους κινδύνους που παραμονεύουν

***

Κλειστή αποδοκιμασία

Κλειστή αποδοκιμασία
κρυφά βλέμματα
κι αγάπες

και υποκρισίες
και παιχνίδια

***

Κρυφές αναπνοές

Κρυφές αναπνοές
κρυμμένες αντιρρήσεις

κάτω από την άνοιξη
να κουφοβράζουνε

Για την αδυναμία μου
αναστενάζω

***

Τέλος της γιορτής

Και τώρα το τέλος της γιορτής
οι δρόμοι ξαναβρίσκουν το σκοτάδι
τα λίγα φώτα που απόμειναν
μοναχικά και ξεχασμένα

Επιστροφή στις γνώριμες συνήθειες
ο καπνός αλλάζει μυρωδιά
η μέρα μεγαλώνει
η πάλη ξαναρχίζει η καθημερινή
και πεταρίζει η καρδιά στο ξανασμίξιμο
σαν στη «Σονάτα των αποχαιρετισμών»

***

Παιχνίδι ατέλειωτο

Βουτάω πάλι στη σιωπή μου
η κάμψη των αισθήσεων
σταματά την κρίση
να νοιώσω ελεύθερη πασχίζω

παιχνίδι στήνει ατέλειωτο
η απουσία με την παρουσία
δεν μένει παρά να το ακολουθήσω

***

Παρακαμπτήριος

Η παρακαμπτήριος του πάθος
αλλάζει τα δεδομένα

Οι συναντήσεις των ψυχών αόρατες
Στρατιές πεινώντων και διψώντων
ψάλλουν σε αρχαίους ήχους

Ύμνος σε άγνωστο Θεό
οι παρεκκλίσεις μας

***

Πλήθος κινήσεις

Σελίδες
με λεκέδες αίμα

Πλήθος κινήσεις
δεν κατορθώνουν να διαπεράσουν
τη φλούδα που μας περιβάλλει
δήθεν για προστασία
δήθεν για ενότητα

Οι κόποι μας μοιάζουν χαμένοι
Πότε θα σηκωθούμε από τον ύπνο μας;

Οι γέροι μάντεις
λείπουν απ’ την εποχή μας

***

Ολόκληρη

Η μέρα ξεκίνησε παράξενα
Διαμελισμός

Φωνές, σχήματα, λέξεις,
πασχίζουν να ενώσουν τα κομμάτια
να ξαναδώσουν στην εικόνα μου το ολόκληρο
το βλέμμα να πετάξει στον ορίζοντα

καθρέφτης ο ήλιος
να φωτίσει
τη σκοτεινή μου περιοχή


Η Χαρά Χρηστάρα (1957-2021) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Παρίσι κοινωνιολογία, γλωσσολογία, εθνολογία και εθνομουσικολογία και ήταν κάτοχος διδακτορικού διπλώματος κοινωνικής ανθρωπολογίας από την E.H.E.S.S. Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες. Είχε εκδώσει δώδεκα ποιητικές συλλογές και τρεις συγκεντρωτικές εκδόσεις.

Ποιήματα | Χρήστος Καλός

καλός

Οι αισθήσεις

Αναπνέουμε
πίσω από το τζάμι
και όλο νομίζουμε
ότι θόλωσε ο κόσμος.

~

Horror Vacui

Γέμισε το σπίτι του και το μυαλό του
με ό,τι άδειο βρήκε μπροστά του,

τώρα πια δεν έμεινε ούτε
ένα κυβικό εκατοστό ελεύθερο
για κάτι γεμάτο.

~

Το ποτάμι

Μόνο οι σολομοί και οι τρελοί
πάνε ανάποδα στο ρεύμα,

οι σολομοί για να είναι συνεπείς
στα καπρίτσια της φύσης

και οι τρελοί με αρχέγονη απώθηση
για την ανόητη συνάφεια του κόσμου.

~

Προτροπή 3

Λιώστε τα όπλα, τις σφαίρες,
τα τανκς,
τα μέταλλα της φρίκης,
να φτιάξουμε πιρούνια,
κουτάλια,
καρέκλες να ξεκουραστούμε,
γλυπτά για σπίτια και πλατείες,

ο θάνατος δεν είναι
δικιά μας δουλεία.

~

Ο δραπέτης

Πετάχτηκα έξω απ’ τη ζεστή
μήτρα, αλαφιασμένος,
εκεί έξω στο κρύο,
άρχισα να τρέχω ξυπόλυτος
κάτω παντού αγκάθια
και σπασμένα τζάμια
τσάκιζαν τα πόδια μου,
δεν σταμάτησα
ούτε μια στιγμή
έτρεχα για χρόνια
διέσχισα φαράγγια βαθιά,
ποτάμια ορμητικά,
κάποτε έφτασα στην ενδοχώρα
πουθενά δεν μ’ άρεσε
να μείνω, να κάτσω, να ριζώσω,
πέρασαν χρόνια
και ούτε ήξερα προς τα που τραβάω,
κάτι με ωθούσε μακριά
από τη μήτρα, με ένστικτο
περίεργο σαν ξαναμμένος σκύλος
που ψάχνει να σνιφάρει τη μυρωδιά
της τρούφας,

ώσπου κάποια μέρα
έφτασα, εκεί στα σύνορα
που συναντιούνται
οι δυο χώρες,

από τη μια
η χώρα της παρδαλόχρωμης αγελάδας,
και από την άλλη ο τόπος
του Τρελο-καπελά
και του Μαρτιάτικου Λαγού

εκεί πάνω στο σύνορο
που ενώνει και χωρίζει
εκεί, έβγαλα ρίζες
και κλαδιά
και αργότερα καρπούς
να τρώνε οι ημίτρελοι
και οι ποιητές και όσοι
συχνάζουν
εκεί, στο σύνορο
που ενώνει
και χωρίζει,

εκεί που η λάβα σβήνει
με τσιρίδες
μέσα στις όχθες
του κρύου ωκεανού
και φτιάχνει
νέα γη.

~

Τα βουνά

Όσο δεν γίνεσαι
ύπαρξη συνειδητή
μην αναρωτιέσαι
γιατί οι σοφοί
πάντα παίρνουν
τα βουνά
μες τους αιώνες.

Εσύ τους διώχνεις.

~

Η προϋπόθεση

Για να καλπάσεις
προς το μέλλον
δεν πρέπει
να φοβάσαι

το ά λ ο γ ο.

~

Τα Δέντρα

Τα δέντρα υψώνονται ήσυχα, χωρίς διαφωνίες,

κρατούν τις αποστάσεις πάντα μεταξύ τους,

όμως κάτω από την γη οι ρίζες τους κρατιούνται χέρι χέρι

~

Εκείνες τις ώρες

Τις μαύρες ώρες
κοίτα τις μέλισσες

όλες μαζί φτιάχνουν

το μέλι,

το μέλλον.