Άννα | Άρης Αλεξάνδρου

1.

Όλο μιλάω για γραμμές επίπεδα και πέτρες
για να μην τύχει και προσέξεις
πόσο διστάζω να σε αγγίξω
σαν τον κατάδικο που στέκει μες στη νύχτα
διστάζοντας να βάλει το απολυτήριο στην τσέπη
γιατί το ξέρει
πως τόσο φως δε θα το αντέξει

2.

Είχα πάντα έτοιμο
ένα μικρό μπουκάλι που θα ’ριχνα στη θάλασσα.
Βόρειο πλάτος – αλλάζει κάθε μέρα
μεσημβρινός – αλλάζει κάθε νύχτα
στίγμα – οι χειροπέδες μου.
Δεν τό ’ριξα ποτέ.
Φαίνεται πως πάντοτε υπήρχες.
Όσο υπάρχεις
ταξιδεύω.

3.

Θα σε βρω.
Όπου πατάς
Πέφτουν πράσινα φύλλα.

Ποιήματα | Αλέξανδρος Ανθούλης

Ο κήπος

Ο κήπος τούτος
έρημος
χρόνια τώρα.

Σκυθρωπός κι αμίλητος,
ντροπιασμένα κρύβει
το πρόσωπο στα ξερόχορτα.

Μα εσύ, μικρός τραγουδιστής
γλυκύτατα που άδει·
παρηγοριά και χάδι
στη γραία λεμονιά.

***

Βαρύ πένθος

Δάκρυα πολλά·
μεγάλου θρήνου.

Αίσθηση, όμως,
ανεπάρκειας
και υποψία
ανεξόφλητου χρέους.

Δικαίως·
καθότι
σε τέτοιες απώλειες
ο θρήνος
πάντα ελλιπής.

***

Άτιτλο

Αμέλεια;
Αποκλείεται.
Ξεκάθαρα πράξη
ατόφιας σκοπιμότητας.

***

Το κερί

Ένα κερί σιγοκαίει ολομόναχο.
Λιώνει και σιγά-σιγά σώνεται.

Προσπαθεί να φωτίσει αλλά μάταια.
Το δωμάτιο ανεπίδεκτο φωτός.

Πολύ το σκοτάδι.
Υπερβολικά βαρύ για ένα μόνο κερί.

Φύσηξε αέρας και η φλόγα τρεμοέπαιξε.
Εις μάτην· δεν έσβησε.

Έστω και μόνο του, συνεχίζει να καίει.

***

Διαίσθηση

«Έφυγες» αλλά
που και που επιστρέφεις·
άλλοτε ως θρόισμα
και άλλοτε ως ψιλόβροχο.

***

Η λεωφόρος

Πάλι αναστατωμένη η λεωφόρος.
Και πότε, άλλωστε, δεν ήταν;

Όχληση. Όχληση διαρκής.
Οπτική και ακουστική.

Δύσκολα συνηθίζεται.
Αλίμονο, όμως, αν τη συνηθίσεις.

Η πόλη, τότε, θα σε έχει ισοπεδώσει
και στο τέλμα της πια θα ανήκεις.

Ποίηση εκ του φυσικού (αποσπάσματα) | Βασίλης Πανδής

All-focus

4.

Ποιος έβαλε το χέρι στη φωτιά
χωρίς ν’ ακούσει μείνε

χωρίς του έρωτα την κηλίδα
ποια σάρκα ποιο ξερόκλαδο

ποιο μιλημένο χώμα

ποια πλησμονή της ύλης

***

5.

Ποια βροχή πυροκλόπος
ξενυχτάει την αστραπή
ποιο πέλαγος απλώνεται
στη γλώσσα της φωτιάς

εδώ στο μέσο του ύπνου
τρίζουν οι άνεμοι
κι η λευτεριά της φλόγας
προσπαθεί τον ουρανό

***

6.

Φεύγεις απ’ τους ψιθύρους
αναπάντητος
κι αθέλητα
στο κάθε δευτερόλεπτο
γεννιέσαι

με τόσα κόκκαλα η θνητότητα
σε μάχεται
με τόσα κόκκαλα κι ο ουρανός

το φως που περιβάλλει
τον ευκάλυπτο
μέχρι κι εκεί
όπου ευκάλυπτος
δεν υπάρχει

***

7.

Από το σώμα ως το κορμί
από το έαρ ως την άνοιξη
το κάθε ποίημα κι ο νεκρός του
ήδη αναστημένος

Λήμνος απάτητη
πυρά που βλάστησε βαθιά
και λιώνει στην πυρά σου

2 ποιήματα | Φανή Αθανασιάδου

fanoula

Η ήρα από το σιτάρι

Διαχωρισμός
βρέθηκαν να στέκουν αντικριστά
σε ένα μακρύ στενό διάδρομο
είπαν να καθαρίσουν την ήρα απ’ το σιτάρι
να ξεβρομίσει ο τόπος
ξέθαψαν και μια παλιά ζυγαριά
την έφεραν από το υπόγειο
να δούνε προς που θα γείρει η πλάστιγγα
ποιο θα ’ναι το αποτέλεσμα
ποιοι θα μείνουν ποιοι θα φύγουν
στο μεταξύ ο ήλιος συνεχίζει να ανατέλλει
κάθε πρωί
επί δικαίων και αδίκων.

***

Η μοιρασιά

Ανώδυνη μοιρασιά
έτρεξε ευθύς στον κήπο
να προλάβει τον χρόνο
το ψέμα γραμμένο στο βλέμμα στο μέτωπο
με το χέρι υψωμένο να τρέχει ανάμεσά μας
και να φωνάζει
ευέλικτο σχήμα που προμηνύει καταιγίδα
όλο να προλάβει έλεγε
μη χυθεί αίμα άδικα ξανά
σε τόπους που το δειλινό σκορπάει απλόχερα νύχτες.

Βροχερό Παντούμ | Νίκος Κωσταγιόλας

Νίκος Στέφανος Κωσταγιόλας - Φωτογραφία - Αντίγραφο

Βροχή που χτυπά στου μυαλού μου τους τσίγκους
στο διάφανο λόφο σπαράζει ένα αστέρι
μπατσάκι δροσιάς σε νωθρούς παπαφίγκους
το φως που απαρνήθηκες, ποιος θα σ’ το φέρει;

Στο διάφανο λόφο σπαράζει ένα αστέρι
καμιά προσευχή στην αλύγιστη γη του
το φως που απαρνήθηκες, ποιος θα σ’ το φέρει;
το στήθος μαργώνει η αλκή του απροσίτου

Καμιά προσευχή στην αλύγιστη γη του
καμιά ηλιαχτίδα στο σκότος λεπίδι
το στήθος μαργώνει η αλκή του απροσίτου
το σώμα σπασμένο του χρόνου σαρίδι

Καμιά ηλιαχτίδα στο σκότος λεπίδι
στις άμπωτες του ύπνου το τέλος μαρμαίρει
το σώμα σπασμένο του χρόνου σαρίδι
κι ο φόβος αρπάγη από χάλκεον χέρι

Στις άμπωτες του ύπνου το τέλος μαρμαίρει
μετρώ με τ’ αυτί του θανάτου τους κρότους
κι ο φόβος αρπάγη από χάλκεον χέρι
μακάριοι οι τρελοί, το λοξό μέτωπό τους

Μετρώ με τ’ αυτί του θανάτου τους κρότους
ως πότε οι ψυχές χθαμαλές χρυσσαλίδες;
μακάριοι οι τρελοί, το λοξό μέτωπό τους
σ’ εκείνους γνωστά όσα θα δεις κι όσα είδες

Ως πότε οι ψυχές χθαμαλές χρυσσαλίδες;
στα υψή στριγκά χαχανίζουν Πατέρες
σ’ εκείνους γνωστά όσα θα δεις κι όσα είδες
σ’ αφήνουν να ελπίζεις σε λάθρες ημέρες

Στα ύψη στριγκά χαχανίζουν Πατέρες
κισσοί σε βυζαίνουν οι εύκρατες μνήμες
σ’ αφήνουν να ελπίζεις σε λάθρες ημέρες
απάτης μαστίγιο οι φιλήδονες φήμες

Κισσοί σε βυζαίνουν οι εύκρατες μνήμες
η νύχτα εμπεδώνεται μόνο μ’ ιλίγγους
απάτης μαστίγιο οι φιλήδονες φήμες
βροχή που χτυπά στου μυαλού μου τους τσίγκους.