Άξιον Εστί, Το Δοξαστικόν | Οδυσσέας Ελύτης

οδελ

Χαίρε η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή
Χαίρε η Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί

Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται
Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται

Χαίρε του παραδείσου των βυθών η Αγρία
Χαίρε της ερημίας των νησιών η Αγία

Χαίρε η Ονειροτόκος χαίρε η Πελαγινή
Χαίρε η Αγκυροφόρος και η Πενταστέρινη

Χαίρε με τα λυτά μαλλιά η χρυσίζοντας τον άνεμο
Χαίρε με την ωραία λαλιά η δαμάζοντας τον δαίμονα

Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία των Κήπων
Χαίρε που αρμόζεις τη ζώνη του Οφιούχου

Χαίρε η ακριβοσπάθιστη και σεμνή
Χαίρε η προφητικιά και δαιδαλική


* απόσπασμα από το τρίτο μέρος της ποιητικής σύνθεσης «Το Αξιον εστί», εκδ. Ικαρος, Αθήνα 1959

Νοσταλγία | Έλενα Λιαποπούλου

kefalas

«Πρέπει να σωθούν όλοι. Ολόκληρος ο κόσμος»

I.

Σελίδες σπίθες ανάβουν πνίγονται δίπλα στο νερό που ιριδίζει που σε στάλες στάχτες στάζει πάλι πάνω σε νερό και το ταράζει όσο το φτερό το χώμα καθώς κοιμίζω τις υποσχέσεις που ολιγωρούν δίχως ανάσα σαν πέτρινοι άντρες σε γωνίες ανηφόρες κατηφόρες που σαν φωνές ταξιδευτών με τη δική μου χροιά θα λοξοδρομούν
θα ξεμακραίνουν.

II.
Όταν θα επιστρέψεις
θα αφεθεί ησυχία από τις μνήμες μου
όταν θα επιστρέψεις
δεν θα σαπίζουν πια οι καρποί του υπαρκτού
όταν θα επιστρέψεις
θα σε στεγάσω στις παλάμες μου
σαν κερί που αιώνες κόντραρε τον άνεμο
όταν θα επιστρέψεις
θα σου πω πως
καθώς το μαστίγιο του ήλιου
ελευθερωνόταν πάνω μου
άγγιξα το όνομά σου ολόκληρο
γραπώθηκα απ’ όσους γύρω μου με γύρευαν
θα σου πω το είδα, το έζησα:
όλα στον κόσμο ήταν γυμνά από σάρκα
έγλειφα σαν ύαινα κόκαλα και σκόνη.
Θα σου πω για να ξέρεις
πως υπέφερα την κτηνωδία της αλήθειας
αρχή-μέση-τέλος
κι όταν θα ξέρεις
θα έχεις επιστρέψει
θα γονατίσεις
μπροστά στο πέπλο της λίμνης που αχνίζει
αφανίζοντας τους αποστάτες της
άδυτες γυναίκες, τον άσωτο ποιητή, σκυλιά και λευκά άλογα
και σιγά-σιγά εμάς
θα διασχίσουμε αόρατοι την ομορφιά
θα μας εξημερώσει άραγε
πριν να είναι αργά
ή θα διστάσουμε
για να έχουμε μία στιγμή
να απογοητευτούμε.

III.
Φτάσαμε εδώ που άλλοτε
ρήμαζε και το λεπτότερο φύλλο όταν έπεφτε
ρήμαζε γειτονιές, γενιές, γέφυρες·
οι κάτοικοι, τι στρατός από πυγολαμπίδες,
έτρεχαν με φως από το φως και πίσω από το φως
και καθημερινά κατά πάνω τους, πάνω στα έκθαμβα όνειρά μας
σαν ολοφώτιστα δρεπάνια σε ψηλό, σ’ αφημένο χόρτο·
ρήμαζε εαυτούς
στη ζώνη του αγέννητου, του αθέατου, του απλησίαστου
έναν-έναν, θρόισμα το θρόισμα
ο ύστατος φόβος, ο αποχαιρετισμός
εγώ για επιλόγους, για υστερόγραφα
για τις ανακρίσεις της ελπίδας πριν την ελπίδα
για λέξεις, στις λέξεις, στον ερχομό τους
εγώ όλο μισόλογα, όλα ανοιχτά, όλα πικρά στο στόμα
όλο της αφοσίωσης, της μύησης, του μύθου, της φυγής
εγώ για εκείνες τις υστερίες από άστρα
εγώ, μία ακόμη πληγή στο άπειρο
εγώ γιατί;
Τώρα ερείπια, ερημιά, προχωράμε
μέσα στους καπνούς
μας ελαφραίνει το σκοτάδι
μας χάνει ο ουρανός·
κοντοστεκόμαστε και θαυμάζουμε
με το κάθε μικρό γκρίζο, με το ίχνος του
στα μάγουλα, στα δάχτυλα, στα πνευμόνια μας
τη μοναδική πηγή
τη μόνη ζεστή έλξη, τη λάμψη:
το τελευταίο δέντρο που φλέγεται.

* Το ποίημα αναφέρεται στην ταινία Νοσταλγία του Andrei Tarkovsky.


Η Έλενα Λιαποπούλου Αδαμίδου γεννήθηκε το 1996 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας του ΑΠΘ. Πρόσφατα ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της στη Δημιουργική Γραφή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Κείμενα της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ιστοσελίδες.

Για μια στιγμή | Σάββας Λαζαρίδης

lazaridis

Κανένας μας δεν θα επιδίωκε τη μεταστροφή
των ερωτικών ημερών σε απομιμήσεις μηνυμάτων
που ασχολούνται με παλιά ζητήματα ή εκδόσεις
αριθμών φορολογικού μητρώου θέτοντας
σε λειτουργία άγρια κορναρίσματα και ένστικτα
ικανά να αυξήσουν τον ρυθμό ανάπτυξης των πόλεων.
Μη δίνεις σημασία. Εντός των ορίων σου στέλνεις
ανθρώπους σε αμφίρροπους αγώνες μέχρι να σκορπίσουν
τη ζωή στις ρίζες δέντρων προορισμένων να γίνουν
βιβλίο που δεν θα αγόραζες ποτέ
για ηθικούς εμβολιασμούς επιστρέφοντας νηφάλια
σε εκείνη τη καθημερινότητα με τις πασχαλιές
και τις δαγκωμένες παντόφλες από σκύλους
πιο ανήσυχους στη διαμόρφωση μιας στάσης.
Μπορείς ωστόσο να διασκεδάζεις απολαμβάνοντας
την έλλειψη σκέψης ή διαβάζοντας τις νέες οδηγίες
εσώκλειστες σε πλαστικές σακούλες για τρόπους
ανακούφισης αρκετά παράλογων, αλλά
εναρμονισμένων με όλες τις αθετημένες υποσχέσεις

[Ένα κορίτσι γιρλάντα έχει το όνομα σου. Ειρήνη
που αιωρείται επιδιώκοντας τη λύτρωση μιας πτώσης.
Μέλισσες σφηνωμένες στα μαλλιά της επινοούν ξανά
αγάπη τραγουδώντας τη προσευχή που λέγαμε παιδιά]

2 ποιήματα | Άννα Θεοφιλίδου

anna

Μια μέρα μετά

Ο Μάρτης στη δύση του
Κυριακή
Μία ώρα δειλινού
Σκιές
Ένα τραγούδι
Δίπλα μου η σβησμένη σου αφή
Το δευτερόλεπτο της ανάσας σου
μια σταγόνα αίμα στην άκρη των χειλιών
κυλάει στο χώμα

Σιωπή
Αυτό μονάχα

***

Ετοιμάζω φτερά

Γέμισες το καπέλο μου μη με λησμόνει
εκείνο το μοναδικό γαλάζιο τους
Θάλασσα βάφτηκε το νοτισμένο χώμα
γίνομαι πάλι παιδί
Λιώνω σαν παγωτό τον Αύγουστο
κάτι μου ψιθυρίζεις
Ακούω τ’ άρωμά σου
Ναι, στάζουν μουσική τ’ αρώματα
Ένας χαρταετός με ταξιδεύει
Ξυπνάω χαρούμενη
Τώρα ετοιμάζω τα φτερά
Μαθαίνω να πετάω
Να σ’ ανταμώσω
Να χαθώ.

Ποιήματα | Μίλτος Σαχτούρης

ms

Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη

Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη τεντώνει τά λουλούδια της
οἱ βραδινές καμπάνες τήν κραυγή τους
κι ἡ κάτασπρη κοπέλα μέσα στά γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα τό αἷμα
ἀπ᾿ ὅλες τίς σημαῖες πού πονέσανε
ἀπό τά κυπαρίσσια πού σφάχτηκαν
γιά νά χτιστεῖ ἕνα πύργος κατακόκκινος
μ᾿ ἕνα ρολόγι καί δυό μαύρους δεῖχτες
κι οἱ δεῖχτες σά σταυρώνουν θα ’ρχεται ἕνα σύννεφο
κι οἱ δεῖχτες σά σταυρώνουν θά ’ρχεται ἕνα ξίφος
τό σύννεφο θ᾿ ἀνάβει τά γαρίφαλα
τό ξίφος θά θερίζει τό κορμί της

***

Ὁ σκύλος

Ὁ σκύλος αὐτός πρόβαλε πρώτη φορά σέ δρόμο
σκισμένο ἀπό κοφτερά γυαλιά
ὕστερα φάνηκε στόν οὐρανό
μέσα σε ἕνα σκοτεινό πηγάδι τ᾿ οὐρανοῦ
ἔπινε ἕνα φῶς ἀστραφτερό σκυλίσιο
συνόδεψε ἕνα χέρι λίγα βήματα
ὕστερα γίνηκε φωτιά
ἔκλαιγε σάν κακό πουλι
ἔκαιγε σάν ἐλπίδα
ποιός ξέρει ἀπό πού ἦρθε καί πῶς ἔφυγε

Μά ἐγώ ξέρω πώς θά γίνει θάνατος
μιά μέρα

***

Τό κεφάλι τοῦ ποιητῆ

Ἔκοψα τό κεφάλι μου
τό ᾿βαλα σ᾿ ἕνα πιάτο
καί τό πῆγα στό γιατρό μου

-Δέν ἔχει τίποτε, μοῦ εἶπε,
εἶναι ἁπλῶς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στό ποτάμι καί θά ἰδοῦμε

τό ’ριξα στό ποτάμι μαζί μέ τούς βατράχους
τότε εἶναι πού χάλασε τόν κόσμο
ἄρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
νά τρίζει φοβερά καί νά οὐρλιάζει

τό πῆρα καί τό φόρεσα πάλι στό λαιμό μου

γύριζα ἔξαλλος τούς δρόμους

μέ πράσινο ἑξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητῆ