Η αρρώστια | Σιλουανός Χριστοφορίδης

xri

Εμφανίστηκε σαν εσωτερικός ψίθυρος, κάπως παραμορφωμένος, κάπως μεταλλικός. Ένας ασταμάτητος ρομποτικός αντίλαλος. Είναι η συνείδηση μας αυτή; Είναι τα λογία κάποιου θεού καλά κρυμμένου εδώ και χρόνια; Θυμάμαι πως τις προάλλες, είδα έναν πάπα κουλουριασμένο στο πάρκο να φωνάζει πως είναι η γλωσσά του φιδιού. H φωνή απ’ το υπερπέραν, η φλεγόμενη φωνή απ’ το μεταλλικό πηγάδι, η φωνή της κόλασης: μια απλή υπενθύμιση. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά και -κυρίως- κανείς δεν έχει χρόνο για βαθυστόχαστες αναλύσεις. Τι σημασία έχει έτσι και αλλιώς; Έχουμε κολλήσει και είμαστε καταδικασμένοι. Είναι σαν επιδημία, σαν ουρλιαχτό που εξαπλώθηκε απ’ την μια στιγμή στην άλλη: ολόκληρη η πόλη βρίσκεται σ’ ένα εξωπραγματικό παραλήρημα. Διαβάστε περισσότερα

Ειρήνη και Τατιάνα | Σιλουανός Χριστοφορίδης

ps

Με την Ειρήνη Πέρεζ-Εγγονοπούλου γνωριστήκαμε όταν ήμασταν μικρά παιδιά ακόμα, εννιά ή δέκα ετών. Οι γονείς μου ήταν από παλιά στενοί φίλοι με την μητέρα της, την Δήμητρα Εγγονοπούλου και έτσι όταν εκείνη γύρισε απ’ τη Πόλη του Μεξικού, παντρεμένη με έναν ντόπιο, τον Αμαδέο Πέρεζ, ένα κοριτσάκι στο χέρι και ένα μωρό στην φουσκωτή κοιλιά της, το σοκ ήταν μεγάλο αλλά η χαρά που την ξανάβλεπαν μετά από τόσο καιρό μεγαλύτερη. Εγκαταστάθηκαν σε ένα μικρό και όπως κατάλαβα μεγαλώνοντας, ιδιαίτερα φτωχικό διαμέρισμα στην καρδιά της Αθήνας. Η Δήμητρα μια κλασσική Ελληνίδα μάνα στην εμφάνιση και στην συμπεριφορά, είχε πάει στις Η. Π. Α για διακοπές, ένα ταξίδι που ονειρευόταν για χρόνια, όταν σε μια περιπετειώδης εξόρμηση στο Μεξικό γνώρισε τον Αμαδέο, που δούλευε εκεί ως ταξιτζής, επάγγελμα που ακολούθησε και στην Αθηνά. Ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερος από κείνη, μελαμψός, όπως όλοι οι Μεξικανοί υποθέτω, κοντός αλλά γεροδεμένος, με ένα περιποιημένο μουστάκι που παρέπεμπε σε περασμένη δεκαετία και μακριά μαλλιά πιασμένα πάντα σε κότσο. Στην αρχή μίλαγε κάτι σπαστά και μπερδεμένα αγγλικά που δεν νομίζω να καταλάβαινε ούτε η γυναίκα του αλλά με τον καιρό άρχισε να μαθαίνει ελληνικά – τα πιάνε γρήγορα ο Μεξικανός, αυτό του το δίνω – και σύντομα μπορούσε να συνεννοηθεί άνετα με τον καθένα. Θυμάμαι πως όταν με ρώτησε το όνομα μου και του απάντησα “Σιλουανός” παραξενεύτηκε τόσο που νόμιζε ότι τον κορόιδευα. Έπειτα με κοίταξε καλά – καλά, γέλασε ολόκληρος και είπε κάποια, υποθέτω, μεξικάνικη βρισιά. Να πω και το εξής: για μένα ο Αμαδέο Πέρεζ θα ναι πάντα ο τύπος που ήταν μέλος κάποιου καρτέλ στην χωρά του και το σκάσε για την Ευρώπη ή εκείνος που ερωτεύτηκε και αποφάσισε να επιστρέψει στο ίσιο δρόμο ή κάτι τέτοιο παρόμοιο τέλος πάντων. Ναι, το ξέρω, το γαμημένο το Χόλυγουντ φταίει αλλά αυτή η σκέψη δεν μου βγαίνει ποτέ απ’ το μυαλό. Πάντως την προσφώνηση του, “αμίγκο”, κάθε φορά που μου απευθυνόταν την έβρισκα απολαυστική και συνήθιζα να παίρνω ύφος ζόρικο λες και ήμουν και ‘γώ μέλος κάποιας σκοτεινής συμμορίας. Διαβάστε περισσότερα