Γκραν κάσα – κάσα – μεζέδες εκλεκτοί | Τάσος Μελίτης

mel

[μέρος δεύτερο]

Γύρισε και με κοίταξε απορημένος. Εσύ το λες αυτό;, είπε. Από πότε εκφράζεσαι με αφορισμούς; ‘Η μήπως μιλάει το κρασί που ήπιαμε;, συνέχισε χαϊδεύοντας το μούσι του – χαρακτηριστική κίνηση αμηχανίας του φίλου εκείνου – ποιος ξέρει άραγε που βρίσκεται και πώς περνάει, τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές στο χαρτί του λάπτοπ μου.

Η ένταση της φωνής του με έκανε να κινητοποιηθώ, να προσπαθήσω να απαντήσω πειστικά, με επιχειρήματα. Στη συνέχεια αισθάνθηκα μικρός και λίγος να αποφανθώ για την κοινή ζωή του ζεύγους και μάλιστα να βγάλω και πορίσματα γενικότερα περί ανθρωπίνων και διαφυλικών σχέσεων, η ώρα μία το βράδυ στην πόλη που πέρασα τα παιδικά μου χρόνια, εν μέσω φαντασμάτων του παρελθόντος μου, δηλαδή φαντασμάτων ερώτων που ξεκίνησαν με πολλές ελπίδες κάποτε και που τώρα χλωμές αναμνήσεις είναι ότι απέμεινε από το συναίσθημα, που στην ουσία κάλυπτε την ατέλειωτη σεξουαλική όρεξη ημών των παλαιοτέρων, που πήγαμε το μισό γυμνάσιο στα χρόνια της χούντας σε πόλεις επαρχιακές, με ένα σωρό περιορισμούς, οι οποίοι ακριβώς και τελικώς πετύχαιναν το θέριεμα της λίμπιντο, παρά την κατάψυξή της. Και που το μισό αυτό δυσκολεμένο γυμνάσιο έκανε και κάνει – ακόμη και τώρα που πέρασαν τα χρόνια – να γυαλίζει το μάτι στη θέα μιας ωραίας κοπέλας ή ακόμη και μιας ώριμης γυναίκας, η οποία ξέρει να ντύνεται και να κινείται ηδυπαθώς στους πεζοδρόμους της Αθήνας, ου μήν αλλά και της περιφέρειας. Διαβάστε περισσότερα

Γκραν κάσα – κάσα – μεζέδες εκλεκτοί | Τάσος Μελίτης

ftju

Την γκρανκάσα της φιλαρμονικής έπαιζε ένα χοντρό παιδί, που έκανε διάφορες δουλειές για να ζήσει: σερβιτόρος, αλλά και βοηθός σε γραφείο τελετών. Το δεύτερο το μάθαμε μια τσικνοπέμπτη, όταν εγκατέλειψε τρέχοντας το μεζεδοπωλείο για να φροντίσει κάποιον νεκρό. Προηγουμένως μας είχε σερβίρει κάτι βραστές γλώσσες αρνίσιες, με λαδάκι και ρηγανούλα, πολύ νόστιμες. Αλλά είμαστε αρκετά πιωμένοι, ώστε να επηρεαστούμε άσχημα. Κάτσαμε και ήπιαμε κι άλλο.

Ο Λεωνίδας τα θυμάται αλλιώς: ότι ο φίλος μας πρώτα είχε πάει στο γραφείο τελετών και μετά είχε έρθει να βοηθήσει στο μεζεδοπωλείο. Και ότι εμείς ήτανε κάνα δίωρο που τα πίναμε εκεί και νομίζαμε ότι μας έκανε πλάκα – αλλά αυτός ποτέ δεν έκανε πλάκα, όπως μάθαμε από έγκυρες πηγές τις επόμενες μέρες. Δεν θυμάμαι πάντως να είχαμε αισθανθεί άσχημα την ημέρα εκείνη ή τις επόμενες, παρά την προσπάθεια κάποιων να μας βάζουν ιδέες, εάν έπλενε δηλαδή τα χέρια του -έστω με οινόπνευμα- όταν άφηνε τη δύσκολη δουλειά με τους πεθαμένους, για να έρθει να δουλέψει σερβιτόρος στο μεζεδοπωλείο. Αυτά τα λέγανε οι δυο αδύνατοι -σκέτοι σκελετοί- της παρέας, που ταυτίζανε το πάχος με την έλλειψη καθαριότητας, άποψη που δεν στέκει, αφού οι χοντροί φροντίζουν περισσότερο τη σωματική τους υγιεινή, ακριβώς γιατί κουβαλάνε σάρκες που ιδρώνουν εύκολα. Αλλά οι αδύνατοι εκείνοι, αντιρατσιστές κατά τα άλλα, είχανε τέτοιες απόψεις -οι μονάντεροι- που έπειτα από λίγα χρόνια πέθαναν και οι δύο από ανακοπή. Παρά τα χιλιόμετρα αντοχής που έτρεχαν κάθε Σάββατο ή ίσως εξ αιτίας αυτών των τρεχαλητών άπαξ εβδομαδιαίως, που στρέσαραν τον οργανισμό τους, ο οποίος όλη την εβδομάδα αναπαύονταν στις καρέκλες κάποιου υπουργείου -δεν λέω ποιο για να μην τους φωτογραφήσω και δεν κάνει- πεθαμένοι πια και οι χήρες τους διαθέσιμες, με όρεξη για ζωή. Διαβάστε περισσότερα