2 ποιήματα | Χρήστος Κάρτας

Σαλπάρισμα

Στην πλώρη της ανατολής
σβήνω το φόβο με ετερόφωτες πληγές
που ηλεκτροδοτούνται στο αέναο
απ’ την αυτοπυρπόλησή μου
με την Κακή Φωτιά του Παλαμά

στην πλώρη της ανατολής
η μοναξιά του ποιητή
είναι ο θόρυβος απ’ τα χειροκροτήματα
μετά το τέλος της απαγγελίας

(τι ηδονικός τραυματισμός η υπέρβαση του φόβου!
τι φωτεινό παλάτι η μοναξιά του ποιητή!)

θαλάσσιες ανεμώνες
περιφρουρούν την υφαλμύρωση του φύλου σου
καθώς αρνείσαι να υποκύψεις στα τοπία

μέσα στο πέλαγο
το σώμα σου λυγμός του ανέμου που μοιράζεται αεικίνητα
στη λαιμαργία της αρμύρας

μέσα στο πέλαγο
τα στήθη σου δυο εγκαταλειμμένα πετρελαιοφόρα
που φέρνουν τον εαυτό τους αντιμέτωπο
με τη θηλυκότητα της γης και του θανάτου

(πόσο ερωτικά ψυχορραγεί το καλοκαίρι στην αγκαλιά του Σεπτεμβρίου!)

δεν έχω να σου γράψω άλλα ποιήματα
τώρα οι ιστορίες του πελάγου θα μνημονεύονται με δάκρυα

(πόσο ερωτικά ψυχορραγεί το καλοκαίρι στην αγκαλιά του Σεπτεμβρίου!)

στην πλώρη της ανατολής
ο ήλιος είναι το ανίατο σκοτάδι των ματιών σου

***

Πανδοχείο αγγιγμάτων

Οι διακοπές το καλοκαίρι
αρχίζουν με τη λογική
πως μια κιθάρα κυβερνά κάθε συναίσθημα
που έχασε τον κόσμο του

τότε η θάλασσα σε αγκαλιάζει
σαν το πουκάμισο που έριξες
στην πλάτη μιας γυναίκας λίγα λεπτά
πριν απ’ το πρώτο σας φιλί
ενώ η άμμος της ακτής
ψιθύριζε στα πόδια σας κρυμμένες ιαχές
που απέτυχαν να γίνουν λέξεις ποιημάτων

Τα μάτια που ανταλλάξατε
θα στροβιλίζονται για πάντα
μαζί με κάποιον δίσκο των Pearl Jam
με τον «No Code» ή με τον «Yield»
που καθιστούν το σώμα σου
απρόσβλητο απ’ το δρόμο

όλα τελειώνουν
όταν έρχεται ο Σεπτέμβρης
σαν καταξιωμένος νοσοκόμος
και βλέπεις πως
η μόνη περιουσία που σου απέμεινε
είναι μια συλλογή από κοχύλια
που στολίζουν το γραφείο σου
όμως το αλάτι το θυμούνται

πώς θα μπορέσεις τότε ν’ αρνηθείς
το δάνειο μιας φωτογραφίας;

αφού εσύ επέλεξες να γίνεις
θυρωρός σε πανδοχείο αγγιγμάτων

Επάγγελμα υψίστης δυσκολίας | Χρήστος Κάρτας

kartas

Μες στο δωμάτιο υπάρχει ένα παιδί που κλαίει
κάπου το έχω ξαναδεί
αλλά δεν έχω χρόνο να σκεφτώ.

Η θλίψη ξεδιπλώνει τα μαύρα της φτερά.

Ο φανοστάτης τρεμοσβήνει κάτω απ’ το μπαλκόνι μου
σαν βλέμμα ατροφικό.
Κάποιος περαστικός ψελλίζει ένα τραγούδι
που ακούγαμε στην ταβέρνα του κυρ Τάκη στο Περτούλι.

Κανείς δε μένει πια εδώ.
Ζω σε ένα τραίνο που δεν πάει πουθενά
όχι και τόσο ποιητής
για να κατέβω. Διαβάστε περισσότερα