Ποιήματα | Δημήτριος Μουζάκης

vg

Γιατί θεέ μου;

Ξεράθηκαν στα γέλια τ’ αραχνοΰφαντα των αραχνών
τα ψάρια π’ ομοιάζουν το χρώμα των βράχων
πνίγηκαν στο ειρωνικό τους βλέμμα.
Οι φιλόσοφοι
μετά από μεγάλο ταξίδι στις έννοιες
έφτασαν επιτέλους να παραδέχονται:
κάθε γιατί που ρωτάς το Θεό
είν’ έν έτυχε στη Φύση.

***

Ασυνήθεις προσαγωγές

Θα σου μιλήσω για πράγματα απλά και καθημερινά
πράγματα σπουδαία, πράγματα αδιάφορα
πράγματα διαρκή και πανταχού παρόντα.
Το περπάτημα ενός πεινασμένου ποντικού σε ένα χωράφι
το απότομο άνοιγμα μιας πόρτας
ένα γλίστρημα πάνω από το νεροχύτη
μια βροχή που έμοιαζε με όλες τις άλλες
ο πιο μεγάλος έρωτας
μια βελόνα πεσμένη στο έδαφος
το τσίμπημα μιας μέλισσας
μια κάπως κρύα παραλία του Αυγούστου
κάποιος ιός της γρίπης.
Θα σου μιλήσω με λόγια απλά και καθημερινά
για μιαν αλήθεια πίσω
από όλη τη ζωή που σε τυλίγει γλυκά
δεν υπάρχει τίποτα που να μην
μπορεί να σε σκοτώσει. Read more

Μια Κυριακή πρωί | Γιάννης Σουλιώτης

m

«Ο Όμηρος είχε ένα σκύλο
Το ίδιο κι ο Οδυσσέας
Που γνώριζαν καλά
Την άδολη και σιωπηρή
Αγάπη»

Ήταν το πρώτο μας ταξίδι. Τ’ ονειρευόμουνα από καιρό. Πήγαιναν πολλά χρόνια από τότε που είχα πάει στο νησί. Η τελευταία φορά, αν θυμάμαι καλά, ήταν στο θάνατο της Αθανασίας. Μας είχε μεγαλώσει τον αδερφό μου κι εμένα. Είχαν προηγηθεί οι γονείς μας. Γι’ αυτό και δε μου ‘λεγε τίποτα να γυρίσω στα πάτρια εδάφη. Άλλωστε, παρόλο που είχα πολλούς συγγενείς εκεί, σπίτι δικό μου δεν είχα. Ένιωθα πραγματικά ορφανός κι η ορφάνια γίνεται βαριά κι ασήκωτη εκεί που τη γνώρισες και την έζησες.

Μια πρόσκληση από τον τοπικό σύλλογο των Γυναικών του νησιού για μια σειρά διαλέξεων, μ’ έκανε ν’ αναθεωρήσω τις απόψεις μου για τα συναισθήματά μου-άλλωστε, είχε σ’ αυτό βοηθήσει πολύ και το πέρασμα του καιρού. Αλήθεια, γιατί η πρώτη εντύπωση του ωραίου τοπίου, η ενός αγαπημένου προσώπου να μη μένει το ίδιο έντονη στη μνήμη και στην καρδιά, όπως στην αρχή;.. Άρωμα κολόνιας σ’ ένα μπουκάλι από καιρό ανοιγμένο… Read more

Συνέντευξη Θεόδωρου Παπαγιάννη στη Πηνελόπη Γιώσα

Παπαγιάννης

«Το να είσαι καλός καλλιτέχνης δεν είναι το μόνο που μετράει»

Χαρισματικός δημιουργός και δάσκαλος πολλών νεότερων σύγχρονων γλυπτών, ο Θεόδωρος Παπαγιάννης σπούδασε γλυπτική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών («Α.Σ.Κ.Τ») στην Αθήνα όπου και χρημάτισε διευθυντής του Α’ Εργαστηρίου Γλυπτικής μέχρι την αφυπηρέτησή του. Το δυναμικό του ταλέντο και η αγάπη για την τέχνη της γλυπτικής δεν άργησαν να τον καταστήσουν ευρέως γνωστό και καταξιωμένο καλλιτέχνη πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας και της Κύπρου. Με περίπου 32 ατομικές εκθέσεις στο ενεργητικό του και έχοντας παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διοργάνωση Συμποσίων Γλυπτικής σε πολλές πόλεις της Ελλάδας και της Κύπρου, δεν δίστασε το 2009 να επιστρέψει στη γενέτειρα πατρίδα του, το χωριό Ελληνικό των Ιωαννίνων, ώστε να δημιουργήσει εκεί το μουσείο Σύγχρονης Τέχνης που φέρει το όνομά του κι αποτελεί ανάσα πολιτισμού για την Ήπειρο και την Ελλάδα γενικότερα.


Κύριε Παπαγιάννη, για εσάς τί είναι η γλυπτική; Ο συνάδελφός σας Thomas Schütte, θεωρεί ότι η γλυπτική είναι μια χορογραφία.

Η γλυπτική για μένα, κ. Γιώσα, εκφράζει την αγωνία του ανθρώπου ν’αφήσει τα χνάρια του στο πέρασμά του απ’τη ζωή. Παράλληλα θέλει να εξωτερικεύσει τη δημιουργικότητά του, να κατανικήσει το θάνατο. Γι’ αυτό προσπάθησε να καταγράψει τα αισθήματά του σε σκληρά υλικά, στην πέτρα, το μάρμαρο, τον ορείχαλκο ή την τερακότα. Ό,τι κατέγραψε σ’αυτά τα υλικά έφτασαν ως τις μέρες μας και μετέφεραν έτσι τον πολιτισμό από τα βάθη των αιώνων. Τέχνη βέβαια έγινε και με άλλα υλικά όμως τα εξαφάνισε ο χρόνος. Αυτή η περίοδος της τέχνης δεν έχει και πολύ μεγάλη σχέση με την άποψη του Schütte. Εκείνος προφανώς μιλάει για την τέχνη του καιρού μας. Πράγματι το έλεγε και ο δάσκαλός μου (σ.σ αναφέρεται στον κύριο Γιάννη Παππά) αλλά κι εγώ το έλεγα στους σπουδαστές μου βλέποντάς τους να δουλεύουν στο εργαστήριο. Οι κινήσεις τους, το πλησίασμα στο μοντέλο ή στο έργο τους, οι μετρήσεις ή η χρήση των εργαλείων δίνει μια τέτοια αίσθηση και πολλές φορές σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να το εκμεταλλευτεί αυτό το θέαμα ένας χορογράφος. Είναι άλλο όμως η σκληρή δουλειά των αρχαίων γλυπτών. Προφανώς εκεί δεν σήκωνε αστεία..! Εκεί δεν έπαιζαν με χορογραφίες αλλά ανάλωναν τη ζωή τους μέχρι εξαντλήσεως και αυτό είναι καταγεγραμμένο στα έργα τους.

Σε ένα ποίημά του Πάνος Κυπαρίσσης μιλάει για τα αγάλματα και λέει: «Πόσους τριγμούς/λάθη, πάθη, λυγμούς/κρύβουν τ’ αγάλματα/μες στη σιωπή…» Αν είχαν στόμα τα δικά σας αγάλματα, τί θα μας έλεγαν;

Συμφωνώ βέβαια με τον Πάνο Κυπαρίσση και όσοι από εμάς πάλεψαν με τα σκληρά υλικά, γνώρισαν από πρώτο χέρι αυτά που αναφέρει, όχι βέβαια πως θέλω να συγκριθώ με τους καλλιτέχνες που φιλοτέχνησαν τα γλυπτά που αναφέρει ο Κυπαρρίσης. Η εποχή που δημιούργησε τα αγάλματα για τα οποία μιλάει είναι πέρα από συγκρίσεις. Τα γέννησε ένας μεγάλος πολιτισμός, μια ευτυχισμένη στιγμή της ανθρωπότητας και είναι παγκόσμια κληρονομιά. Μελετώντας και παρατηρώντας πολλοί από εμάς τα Μουσεία, δικά μας και ξένα, ακούσαμε να μας διηγούνται απίστευτες ιστορίες! Γιατί τα αγάλματα μιλούν… Όσο για τα δικά μου, τι να πω, προσέξτε τα, παρατηρήστε τα και θα σας πουν κάτι.

Ποια ενδότερη ανάγκη σάς οδήγησε να ασχοληθείτε με την τέχνη;

Κάπου αναφέρω ότι δεν διάλεξα εγώ την τέχνη, εκείνη με διάλεξε. Γιατί άρχισα πολύ νέος τη γλυπτική και τότε ήξερα πολύ λίγα για την τέχνη για να πω ότι τη διάλεξα. Το τυχαίο είναι σημαντικό στη ζωή μας καθορίζει πολλά από αυτά που κάνουμε. Μπορεί τυχαία να με διάλεξαν οι Μούσες. Λέω και κάτι σε ένα κείμενό μου, ότι τα πράγματα μας έρχονται από πολύ μακριά και δεν είναι πάντα εύκολο να τα εξηγήσει κανείς με τη λογική διεργασία.

Ανάμεσα στις γλυπτικές σας δημιουργίες, περιλαμβάνονται και πολλές προτομές σπουδαίων προσωπικοτήτων. Υπάρχει κάποια προσωπικότητα από αυτές για την οποία τρέφετε κάποιον ιδιαίτερο θαυμασμό;

Θεωρώ τις προτομές και τους ανδριάντες που έχω φιλοτεχνήσει ένα σημαντικό κεφάλαιο της ζωής μου. Θεωρώ ευτυχία και μεγάλη ευχαρίστηση που ασχολήθηκα με τα πορτραίτα τόσων σημαντικών ανθρώπων. Ίσως να είμαι από τους ελάχιστους γλύπτες που είχαν την τύχη να ασχοληθούν με τέτοιες προσωπικότητες και πρέπει να πω εδώ ότι το να βγάλεις την προσωπικότητα ενός ανθρώπου σε ένα γλυπτό πορτραίτο δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Γιατί πρέπει να αποτυπώσεις τον ψυχισμό του, το χαρακτήρα του, όλα αυτά πρέπει να φαίνονται στο πορτραίτο. Ένα από τα πρώτα που έκανα μόλις τελείωσα τις σπουδές μου ήταν η προτομή του Γιώργου Θεοτοκά που θαύμαζα πολύ. Την τοποθέτησα στην πατρίδα του τη Χίο. Μάλιστα έκανα και μια δεύτερη σε ορείχαλκο, μικρότερη, για τη βιβλιοθήκη Κοραή. Φιλοτέχνησα τον Ελύτη για τη Μυτιλήνη, τον Σεφέρη για το παλαιό Υπουργείο Εξωτερικών, τον Τερζάκη για το Ναύπλιο, τον Τσάτσο για το Κεφαλάρι, τον Πλαστήρα, τον Βενιζέλο, τον Κατράκη, τον Αβέρωφ, τον Άγγελο Γουλανδρή στο Μουσείο στην Κηφισιά, για να αρκεστώ σε ένα μικρό αριθμό. Αλλά είναι πάρα πολλές και τους θαυμάζω όλους τον καθένα γι’ αυτό που ήταν.

Υπήρξαν μέντορες στην καλλιτεχνική σας πορεία; Κι αν ναι, ποιοι είναι αυτοί και πώς σας επηρέασαν;

Βέβαια υπήρξαν. Θα ξεχωρίσω δύο απ’ τους δασκάλους μου στη Σχολή Καλών Τεχνών με πρώτο και σημαντικότερο το δάσκαλό μου γλύπτη, Πρύτανη και ακαδημαϊκό Γιάννη Παππά αλλά και το δάσκαλο της Ιστορίας της Τέχνης και σπουδαίο συγγραφέα Παντελή Πρεβελάκη. Θεωρώ μεγάλη τύχη που τους συνάντησα στη ζωή μου.

Είστε ένας καλλιτέχνης με πολλές διεθνείς συνεργασίες στο ενεργητικό σας. Έχετε εντοπίσει τυχόν διαφορές στη νοοτροπία του ελληνικού κοινού και του κοινού όλων αυτών των χωρών που επισκέπτεστε κατά καιρούς;

Υπάρχουν διαφορές και αυτές απορρέουν από πολλές αιτίες. Είναι οι γνωστές παθογένειες που βασανίζουν τον τόπο μας, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Πρώτα- πρώτα θα έβαζα την παιδεία. Οι εκπτώσεις που κάνουμε , η απώλεια πολλών ωρών διδασκαλίας με τις απεργίες κάθε λίγο και λιγάκι και η ποιότητα των δασκάλων. Όλα αυτά την αποδιοργανώνουν και δημιουργούν τραύματα, δεν συμβάλλουν στο να διαμορφώσουμε έναν σωστό πολίτη κι έτσι ανακυκλώνεται το κακό σε αυτό τον τόπο. Αυτό είναι ορατό όταν συνεργαζόμαστε με τις ξένες αποστολές. Οι αδυναμίες και οι ελλείψεις στην εκπαίδευση είναι φανερές και είναι κρίμα γιατί και εξυπνάδα και ταλέντο διαθέτει ο λαός μας και οι νέοι μας.

Ποια θεωρείτε ότι πρέπει να είναι η θέση του καλλιτέχνη στην Ελλάδα εν καιρώ κρίσης;

Θα έλεγα ότι αν σε κανονικές συνθήκες κάποιος δουλεύει με έναν Α ρυθμό σε περιόδους κρίσης πρέπει να επιταχύνει. Αυτό πιστεύω για τον κάθε άνθρωπο. Αν θέλει κανείς να βγει από την κρίση πρέπει να προσπαθήσει περισσότερο. Η εργασιοθεραπεία άλλωστε κάνει καλό. Για την αργία και την απεργία είπαν ότι είναι μήτηρ πάσης κακίας.

Γλυπτική και γκράφιτι: ποια η τοποθέτησή σας επί του θέματος;

Αν έβλεπε το φαινόμενο αυτό κάποιος πριν από λίγα χρόνια θα έλεγε πως ρυπαίνουν τον χώρο. Σήμερα είναι αποδεκτό μέσο έκφρασης και πολλοί νέοι εκφράζουν με αυτόν τον τρόπο την ανάγκη να εξωτερικεύσουν τα αισθήματά τους και την καλλιτεχνική τους ευαισθησία. Πάντως σε αυτό το μπάχαλο που ζούμε και το τόσο υποβαθμισμένο περιβάλλον, καθώς δεν υπάρχουν κανόνες και ο καθένας κάνει ό,τι του καπνίσει, και αυτά υποβαθμίζονται με τον τρόπο που γίνονται.

Από τη θέση σας ως διευθυντής του Α’ Εργαστηρίου Γλυπτικής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, κατά πόσο και με ποιον τρόπο θα λέγατε πως έχει επηρεάσει η οικονομική κρίση το συγκεκριμένο τμήμα;

Έχω κάποια χρόνια που αφυπηρέτησα από την σχολή. Έφυγα ακριβώς όταν άρχισε η οικονομική κρίση γιατί η άλλη κρίση, γενικότερα στην παιδεία, υπήρχε. Και ξέρετε κάτι; Η χειρότερη δεν είναι η οικονομική. Απλώς στην κατάσταση που είναι η παιδεία μας την έσπρωξε λίγο παρακάτω. Επειδή όμως πιστεύω πολύ στο ρόλο που παίζει η σωστή παιδεία για κάθε κράτος θεωρώ ότι αυτή είναι και η αιτία της κακοδαιμονίας μας. Τουλάχιστον η μεγαλύτερη.

Πώς βλέπετε το μέλλον της γλυπτικής στην Ελλάδα; Τι θα συμβουλεύατε τα νέα παιδιά που σπουδάζουν το αντικείμενο κι ενδεχομένως φλερτάρουν με την ιδέα να φύγουν στο εξωτερικό μετά το πέρας των σπουδών τους;

Σε εμάς τους καλλιτέχνες το να φύγουμε μετά τις σπουδές στο εξωτερικό θεωρούταν ευλογία. Έπρεπε να πάμε έξω να δούμε τέχνη, να γνωρίσουμε μεγάλα μουσεία, να ακούσουμε και άλλους δασκάλους, να ανταλλάξουμε απόψεις με άλλους συναδέλφους, να εκθέσουμε και να δούμε άλλες εκθέσεις. Όσοι παίρναμε υποτροφία κρατική είχαμε την υποχρέωση (άλλο αν δεν τηρούταν) να επιστρέψουμε μετεκπαιδευόμενοι να προσφέρουμε τις υπηρεσίες στην πατρίδα και ήταν απόλυτα σωστό.

Πιστεύω επομένως ότι καλό θα τους έκανε να πάνε να δούνε πώς είναι τα πράγματα κι εκεί. Να φύγουν λίγο από την εσωτερική μας μιζέρια. Μόνο που αυτό δεν γίνεται με τους καλύτερους όρους. Δεν ξέρω πότε αυτός ο τόπος θα τους καλέσει πίσω να προσφέρουν με την εμπειρία που θα έχουν αποκτήσει. Όμως είναι κρίμα να τον σπουδάζεις εσύ με κόπο και έξοδα και αυτοί να προσφέρουν σε μια άλλη οικονομία.

Η Ελλάδα για να απαντήσω και στην άλλη ερώτησή σας έχει και καλούς γλύπτες και καλή γλυπτική και σίγουρα ένας τόπος που είναι συνυφασμένος με την γλυπτική έχει μέλλον. Δυστυχώς όμως δεν είναι μεγάλο κέντρο τέχνης και συνήθως μόνο από εκεί προβάλλονται τέχνη και καλλιτέχνες. Εκεί και ένας μέτριος καλλιτέχνης μπορεί να διακριθεί και τέτοια παραδείγματα έχουμε πολλά. Ένας που ζει στην Ελλάδα δύσκολα θα διακριθεί, θέλει μεγάλη προσπάθεια και τύχη. Τα πράγματα άλλωστε σήμερα στην τέχνη έχουν αλλάξει, το να είσαι καλός καλλιτέχνης δεν είναι το μόνο που μετράει.

Το 2009 δημιουργήσατε το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο χωριό Ελληνικό των Ιωαννίνων από όπου κατάγεστε. Τι έχει να επιδείξει στον επισκέπτη αυτό το «διπλό σχολείο» όπως το είχατε χαρακτηρίσει σε συνέντευξή σας στο παρελθόν, μιας και στεγάζεται στο ίδιο κτήριο με το σχολείο του χωριού;

Το καταπληκτικό πετρόκτιστο σχολείο με τα 7 στρέμματα αυλή που φθίνει από παιδιά ήταν για να πω την αλήθεια μία από τις βασικές αιτίες που έκανα αυτό το εγχείρημα. Το άλλο ήταν ότι οι μνήμες και τα βιώματά μου. Όπως λέω σε κάποιο κείμενό μου, έβγαιναν σαν δυνατές φύτρες παρά τα «εμπόδια» που συσσώρευαν οι σπουδές μου στην τέχνη. Θεώρησα υποχρέωσή μου να προσφέρω αυτά τα έργα στον τόπο που τα γέννησε, αυτός ήταν ο φυσικός τους χώρος. Έπρεπε να τιμήσω τον ευεργετισμό, το ψωμί, την μάθηση, όπως και τον μάστορα, τον γεωργό, τον κτηνοτρόφο, αυτούς τους ταπεινούς της ζωής. Αγαπώ άλλωστε το χωριό μου, τα Γιάννενα και την Ήπειρο γενικά, θεωρώ ότι δεν είναι τυχαίος τόπος.

Αντίδωρο ήταν αυτό που έκανα για ό,τι μας πρόσφερε και θέλω να δώσω επίσης με τον τρόπο μου, στους νέους κυρίως, να κατανοήσουν την ταυτότητά τους, να βοηθήσω στην αυτογνωσία τους, να τους ευαισθητοποιήσω για την προστασία του περιβάλλοντος, να τους εθίσω στην ανακύκλωση. Η τέχνη, όπως έχουν πει και πολλοί άλλοι πριν από μένα, είναι ένα βέλος που εισχωρεί σιγά-σιγά στην ψυχή του ανθρώπου και τον μεταμορφώνει, δεν σε χορταίνει, σε κάνει λίγο καλύτερο άνθρωπο. Είναι το αντίδοτο στη βαρβαρότητα από την οποία απειλούμεθα.

Ο τρελός θέλει δέσιμο; | Χαρτόσημο Α.Ε.

lil

Είμαι πάλι τρελή; Πώς μπορώ κι ανεβοκατεβαίνω αυτό το σκοινί; Πέφτω, μα την τελευταία στιγμή, αφού έχω δει το χάος, συνειδητοποιώ ότι κρατώ το σκοινί. Και μιας και είμαι κατά φαντασία κουκλοπαίκτρια -μα στα αλήθεια μια απλή κούκλα, στο έλεος της ζωής αλλά προσοχή, κούκλα, όχι άνθρωπος, όχι όμορφη, αλλά κούκλα, στο έλεος κάποιου δεξιοτέχνη, ή μέτριου, ή ελεεινού κουκλοπαίκτη- ξανανεβαίνω και φτου κι από την αρχή. Λογική και παράλογο χέρι χέρι στο χορό του Ζαλόγγου. Έχω δει μια ταινία με αυτό το θέμα∙ δεν είναι δικιά μου ιδέα και όποτε το λέω αυτό προσθέτω και ένα: ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΕΝ ΛΕΩ ΠΟΤΕ ΨΕΜΑΤΑ, ΑΛΗΘΕΙΑ.

Είδα τη μαμά εχθές στον ύπνο μου. Στην αρχή δεν ήξερα πως ήτανε εκείνη, σε ένα πολύ μεγάλο φωτεινό σπίτι όπου έμενα. Πήγα στο δωμάτιό μου∙ στο κρεβάτι κοιμόταν κάποια με δύο μαύρες γόβες στα πόδια της. «Μα τί δουλειά έχει αυτός ο άνθρωπος σπίτι μου;» είπα και άρχισα να σηκώνω ένα ένα τα σκεπάσματα. Ένα, δύο, τρία, ήταν πολλά. Βλέπω τη μάνα μου σάπια, τα μαλλιά της μακριά, το δάκτυλο στο στόμα, έτσι την αναγνώρισα. «Δεν είναι δυνατόν, πέθανε η μαμά μου, σάπισε η μαμά μου;» είπα και συνέχισα να σηκώνω κι αλλά σκεπάσματα με αγωνία. «Όχι, δεν πέθανε η μαμά μου!» και να την, με όλο της το μεγαλείο, οι γόβες εξαφανίστηκαν μονομιάς. «Αυτό το σπίτι μας το παρέχει το γερμανικό κράτος επειδή δεν έχουμε καμιά περιουσία». «Μα εγώ έχω», σκέφτηκα με φόβο, «πάλι ψέματα λέει, ποιος ξέρει που έχουμε μπλέξει πάλι». Και ξύπνησα το πρωί και ήταν πολύ όμορφη μέρα, η Πινέζα έτρεμε. «Πήγαινε κοριτσάκι μου να κάνεις τα κακά σου στο μπάνιο και μόλις πιω τον καφέ μου θα πάμε βόλτα. Βλέπεις χθες δεν την είχα βγάλει βόλτα. Δεν έχω παιδιά και έτσι κακοποιώ ζώα. Η Πινέζα είναι η σκυλίτσα μου. Και αυτό το άγιο σκυλάκι πήγε στο μπάνιο και έκανε κακά της και εγώ τα μάζεψα και βγήκαμε βόλτα. ΜΕΧΡΙ ΕΔΩ ΚΑΛΑ.

Έλα που είχα κατεβάσει τα καδράκια από τον τοίχο κι όταν γύρισα το αυτοποτρέτο μου ήταν μες στη μούρη μου, πάνω στο τραπεζάκι, μπροστά στον καναπέ. Εγώ λέω πως είναι αυτοπροαίρετο. Δεν μου μοιάζει καθόλου. Στα αλήθεια νομίζω πως είναι μια αηδία αλλά βλέπε, βλέπε το αγάπησα…

Έλα εκεί σε αυτή τη ζωγραφιά υπάρχει και κάποιος άλλος. Κάποιο λάθος θα έκανα ή για να ισορροπήσω τη ζωγραφιά προέκυψε ένας άλλος στο αυτοποτρέτο μου. Και ‘γω ήμουν πολύ μόνη και ακόμα ψάχνω. Άλλους τους βρίσκω και τους χάνω ή τους διώχνω, ή έτσι συμβαίνει, τι να λέμε τώρα… Όμως η μέρα ήταν πολύ όμορφη και άρχισα να φαντασιώνομαι πως είναι όλα εφικτά και ‘γω έχω χρήματα να κυνηγήσω ό,τι άφησα στη μέση, να κάνω κάτι ακόμα που μου αρέσει, ότι είμαι 18 χρονών και μπορώ να ξεκινήσω τα πάντα κι είμαι όμορφη. Ο δάσκαλός μου είναι συμμαθητής μου και έχουμε όλη τη ζωή μπροστά μας και τη δύναμη να βρούμε ό,τι μας λείπει.

Και πήγα και του είπα αυτός είσαι εσύ κι αυτή είμαι ‘γω και είναι πολύ σημαντικό να έρθω ΕΔΩ γιατί η ζωγραφική σου με συγκινεί! Και ίσως μια φιλία ή ένας έρωτας να γεννιόταν άμα δεν έλεγα προηγουμένως ότι έχω μπει 4 φορές στο ψυχιατρείο και μάλλον πρέπει να ξαναμπώ, γιατί σε ζωγράφισα πριν σε γνωρίσω και αυτό κάτι σημαίνει αλλά δεν σημαίνει και τίποτα.

Σε τρόμαξα; Όχι, αλλά πάρε τα φάρμακα σου. Και πόσο θαυμάζω το θάρρος μου που σου είπα ότι αυτά τα λένε οι φασίστες, αλλά μετά δείλιασα πάλι και σου έστειλα μήνυμα ότι έχεις δίκιο.

Μα δεν με άφησες να σε γνωρίσω και μου λες τρίχες γιατί τρόμαξες αλλά ζωγραφίζεις πολύ ωραία. Εγώ παίζω κουκλοθέατρο και δεν είμαι ρεαλίστρια στη ζωγραφική, δεν ξέρω άλλωστε να το κάνω για να σε συγκινήσω εξίσου. Ελπίζω να βρω το κουράγιο να σε καλέσω σε καμιά παράσταση, αλλά τώρα πια εσύ βάζεις τη λέξη ψυχο- πρώτα, γιατί πολύ απλά το πρωί κοιμόσουν και δεν είδες πόσο ωραία μέρα είχε. Και άλλωστε τα φάρμακά μου τα παίρνω, αλλά αυτό δεν σε αφόρα, όπως δεν σε αφόρα ότι παίρνω τόσα ώστε να μη χάνω τον εαυτό μου και να μπορώ να ζωγραφίζω όπως ζωγραφίζω άτσαλα και να χάνω τη λογική μου μερικές φορές…

Είναι όλοι οι κουκλοπαίκτες μαζεμένοι, όλοι οι φίλοι μου. Και να σου, αρχίζει να παίζει μουσική και τον βλέπω χαρούμενο να τραγουδάει. Όλοι θέλουν να με χαιρετίσουν αλλά εγώ τους αποφεύγω. «Μα δεν μπορώ τώρα». Και σκέφτομαι πως είμαι θεότρελή, γιατί να ζωντάνεψε και είναι καλά. Μα εγώ το ξέρω πως τον κουβάλησα μέσα σε μια μαξιλαροθήκη και ήταν τα κανιά του τόσο μακριά… Έχει πεθάνει καιρό. Πάει έλιωσε και ‘γω τον κουβάλησα. Μάλιστα του έκλεψα και ένα τσιγάρο, μα τί πειράζει έχει πεθάνει από καιρό. Μα να, ζωντάνεψε πάλι κι είναι καλά. Πώς να εξηγήσω όλα αυτά, αυτό το παιχνίδι του μυαλού μου τι πάει να ισορροπήσει… Μα να ζωντάνεψε πάλι και είναι καλά…

Και μετά, είμαι στο ερειπωμένο κτήριο, χιλιάδες οι άνθρωποι και έχει γιορτή. «Είναι μεγάλο το βάρος» σκέφτομαι «θα αντέξει ο σκελετός;» Είναι παλιό το κτήριο και κοιτώ από την ταράτσα προς τα κάτω. Με τρομάζει το ύψος και ένας άνθρωπος κάνει το ίδιο απέναντι. Είμαι εγώ αυτός ο άνθρωπος; Μα αυτός είναι άντρας; Και να σου, που πηδάει, τον βλέπω να σωριάζετε στο τσιμέντο, να σκάει στο τσιμέντο. «Πάει πέθανε!» σκέφτομαι, μα την ίδια στιγμή σηκώνετε και σμίγει με το πλήθος.

Ε, λοιπόν, έχω δικαίωμα να ονειρεύομαι ό,τι θέλω.

1ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

12398994_10205814233623152_216641482_n - Αντίγραφο

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Ένας βαθυγάλανος ουρανός, ανώτερος του Αττικού, καθώς η αύως ή το χάραγμα του φωτός προμηνύει το όργωμα του θυμοφθόρου οκταώρου. Η φάτσα που βλέπεται στον καθρέφτη δεν είναι του ψες. Η νύχτα την έχει φθείρει. Ο ντελικάτος χρόνος μας σχηματίζει. Μία πολίχνη στο πουθενά της Μεσογείου, ένα τοπίο διάτρητο από απανωτές ομοβροντίες, μιας εποχής τόσο μακρινής όσο και κοντινής, που ξεσπά αίφνης υψώνοντας το μεσιανό στο άνοιγμα μιας κλασικής Δευτέρας. Ένας λαβύρινθος, και δυο παιδιά εντός να παίζουν άγρια πεσσούς. Η Αριάδνη και ο μίτος της είναι ένα ψέμα. Το εσχατικό αυνανιστήρι ξεριζώνει το γλωσσίδι του επηρμένου κώδωνος. Η βίζιτα στις συνειδήσεις κοστίζει την ελάχιστη βρώση, που απαιτεί το σώμα ενός ολοζώντανου βάτραχου που κατέχει το μυστικό της μεταμορφώσεως σε φρουτονυχτερίδα ή νυχτοπάππαρο. Η δηκτικότητα κι η προσβολή είναι τακτικές άμεσου δράσεως κι εξακριβώσεως καλά κρυμμένων εγκλημάτων. Έτσι, πριν καν συμπληρωθεί το σύμβολο του άπειρου, διακόπτουν ό,τι ευγενικά έχει αποκτήσει ρυθμό πλεύσεως για να επιδοθούν στη συμπλεγματικότητα της αγενούς και ομιλητικής καταβροχθίσεως μίας αχρείαστης έως λανθάνουσας ζηλοφθονίας, που ονομάζουν διάλειμμα για μεσημεριανό με επιδόρπιο κι έναν καφέ που συνήθως θυμίζει… την «κηδεία» των απόντων. Read more