Η βόλτας της κυρίας Κ. | Καλλιόπη Πασιά

saratsis (2).jpg

Τη διαδρομή αυτή επέλεξε ανάγκη / μην νιώσει πέλμα το κρύο ν’ ακουμπά / μα να ‘χει γείωση ζεστή / εκεί ανάμεσα σε χρώμα / πράσινο κίτρινο καφέ της εποχής το θέλω / ράθυμα έσειρε το βήμα / αδιάβατο ήταν πριν συρόμενο στο γκρι / φύσης χάρισμα είν’ τούτο να σε ρουφά στα μέσα της / και να σε βγάζει νέο έξω / μύρισε χώμα / βρεγμένο σαν είναι τ’ αγαπάς / στα μικρατά πίσω σε πάει / ξανά παιδί γεννιέσαι / μα γέννα είναι όλο αυτό / μυρτιά και δενδρολίβανο κορμός για ν΄ ακουμπήσεις / πήγε και τον αγκάλιασε κι έπειτα χάμω ξάπλωσε / τ’ αυτί ακούμπησε στο χώμα / μάγουλο να δροσίζεται και άρχισε τα λόγια / με κείνους που από κάτω κρύβονται και όσους θέλουν να καλέσουν / ψιθύριζαν στιγμές κι ονείρατα σαν τέτοια άλλα δεν είδε / σηκώθηκε με ένα χαμόγελο / και πήγε ν’ ανταμώσει / την μωβ κυρία που σερνότανε / νεράιδα στα δέντρα / λέξεις της έμαθε μικρές / μεγάλες να τις φτιάχνει / το γράμμα π’ αγαπά να αναζητά / στον πόνο να αντέχει / και ας είναι όλα ανάποδα αυτή ν’ αναποδιάζει / έτσι ορθά θα τα κατάφερνε / σκοινί να το πατήσει / άλλοι λαιμό θα κρέμαγαν σ’ αυτό / η ίδια στολιζόταν / ανθρώπων της τα βάσανα / κι άλλων τόσων άλλα / έτσι δεν γράφονται τα γράμματα; / βήμα το βήμα έλα / σε διαδρομή που δεν επέλεξες / αυτή ήρθε σε βρήκε / ανάγκη το ‘χε σαν ζωή / εσύ να την πατήσεις.

[Εικόνα: Γιώργης Σαράτσης]

Advertisements

Περί αληθείας | Ειρήνη Ιωαννίδου

io.JPG

Θήραμα που κρέμεται απ’ το τσιγκέλι. Σφάγιο στο βωμό κι ασάλευτο πανί στο πέλαγος. Πέτρα στο χέρι της κρατάει η αλήθεια, “μη μου τους κύκλους τάραττε”, σου λέει. Μαζί την κουβαλάς μες στο δισάκι σου κι άλλοτε πάλι στο στήθος άκλαυτη την περιφέρεις. Μια μέρα ξεπεζεύεις. Με χέρια ακούραστα σκάβεις μια τρύπα και εκεί την παραχώνεις, μήπως κι ανθίσει τώρα πια μέσα στο χώμα.

“Έναν ορίζοντα δώσε μου να ιχνηλατεί το αύριο”, της λες, ”ένα ξερό ψωμί ανάμεσα στα δόντια, μια δάφνη στα μαλλιά. Μια σφαίρα φύτεψε στον κρόταφο να μπει η σελήνη. Με Κένταυρου κορμί, αμπέλι να αναζητώ και ένα φτηνό νεφέλωμα την μάταιη σπορά να στεφανώνει. Σε παίγνια αλλότρια το ζάρι μου να ρίχνω, γονυπετής να κάνω τον σταυρό μπροστά σε φοίνικα, για να ξεχάσω την Ιθάκη”.

[εικόνα: επεξεργασμένο έργο
του Adriaen van Utrecht, Stilleben mit Hase und Vögeln]

Ποιήματα | Γιάννης Τόλιας

saratsis

Χορός ΙΙ

Δαιμονικό
το στροβίλισμα
του κορμιού σου

Προσηλυτίζει το βλέμμα

Στην ακόλαστη
θρησκεία
του σώματος

Διψασμένη για λατρεία
Θεά
του σάρκινου κυματισμού

Ματαιώνεις
κάθε απόδραση της όρασης
από το αβάσταχτο

Αδυσώπητη
εισβάλλεις βαθιά
στις κρύπτες των στίχων

Επιβάλλοντας το επιτίμιο

Της λυσσασμένης λαχτάρας. Read more

Επάγγελμα υψίστης δυσκολίας | Χρήστος Κάρτας

kartas

Μες στο δωμάτιο υπάρχει ένα παιδί που κλαίει
κάπου το έχω ξαναδεί
αλλά δεν έχω χρόνο να σκεφτώ.

Η θλίψη ξεδιπλώνει τα μαύρα της φτερά.

Ο φανοστάτης τρεμοσβήνει κάτω απ’ το μπαλκόνι μου
σαν βλέμμα ατροφικό.
Κάποιος περαστικός ψελλίζει ένα τραγούδι
που ακούγαμε στην ταβέρνα του κυρ Τάκη στο Περτούλι.

Κανείς δε μένει πια εδώ.
Ζω σε ένα τραίνο που δεν πάει πουθενά
όχι και τόσο ποιητής
για να κατέβω. Read more

Βαλσαμωμένη ποίηση | Τζένιφερ Ντέρλεθ

derleth

i) Το βαλσαμωμένο κιτς

Ένας χαρωπός πρίγκιπας στήνει έναν ομοφυλοφιλικό χορό γύρω από τον θρόνο του Βασιλιά.
Στην τρίτη του περιφορά, του βάζω τρικλοποδιά για να σκάσει,
να βουλώσει την κιτς συνήθεια στο στόμα του, να λερώσει τα κιτς ροζέ φορέματα.
Τρεις βρικόλακες, κάθονται γύρω από το κυκλικό τραπέζι.
Πίνουν τσάι σε ένα ξεχασμένο αρχοντικό.
Κιτς, αιματοβαμμένες ταπετσαρίες, κιτς λεκιασμένα μεσαιωνικά κοστούμια.
Κάνουν θόρυβο και το γλεντάνε. Στο τρίτο δεκάλεπτο του πεθαμένου αυτού πάρτι, ξεχασμένη σε μια γωνιά λέω με υφάκι:
“Σκάστε γελοία κορόιδα, όταν κάνετε θόρυβο φωνάζουν την αστυνομία”.
Οι γείτονες φωνάζουν την αστυνομία. Έτσι τέλειωσε το πάρτι τσαγιού των βρικολάκων.
Εγώ απλά φεύγω με ένα χρυσό στέμμα στο κεφάλι.
Με το κιτς ξηλωμένο στέμμα μου φορεμένο, χαράζω δρόμο για το επόμενο Βαλσαμωμένο Ποίημα. Read more