Ο Νίκος Λέκκας για τον Γιώργο Ζωγράφο

zolek

Καλοκαίρι στο χωριό. Μόνος. Απίστευτα μόνος. Με φραπέδες, ραδιόφωνο, τσιγάρα, βιβλία, ούζα και αναμνήσεις. Από την εποχή που πέταγα. Από τις διανοουμενίστικες αλητείες μου. Τότε που μπορούσα, τότε που άντεχα, τότε που είχα τα φράγκα. Τότε που αφουγκραζόμουν το μοιραίο στον ερώτα, αλλά δεν το είχα συναντήσει. Τότε που αφουγκραζόμουν το μοιραίο γενικά και ξεκλείδωνα το στόμα μου με λόγο, φιλιά και μπάφους. Τότε που ο λόγος στο τραγούδι ήταν η αρχή στην ποίηση. Λίνα Νικολακοπούλου ως αρχή. Μετά τα λαϊκά, η βιωματική ροκ του Σιδηρόπουλου, τα άναρχα του Άσιμου, οι ρεμπέτες. Ο ποιητικός λόγος του Αγγέλακα. Και ο έρωτας. Ο ρομαντισμός του. Χεράκι–χεράκι με τον έρωτά μου στα στενά της Πλάκας. Αγγαλιές και φιλιά, στα Αναφιώτικα -ουσιαστικές ψυχικές επαφές- πριν τις σωματικές σε φτηνά ξενοδοχεία του κέντρου. Και τα «σ’ αγαπάω» στις μπουάτ της Θόλου. Νέο κύμα πια στις προτιμήσεις μου, παράλληλα με τα προαναφερθέντα. Είχαν προστεθεί και οι άριες ως ολοκλήρωση του Α.Χ. Μεθυσμένος πάντα από το γιασεμί, τον έρωτα, τα ξύδια και εν γένει τις ουσίες. Και τα αρώματα του κορμιού. Το άψογα ξυρισμένο πρόσωπό του. Το χνούδι πάνω από τα χείλια μου. Γαλλικά τσιγάρα άνευ φίλτρου. Πάντα. Πριν το ρίξω στις ελληνικούρες. Μίμης Δεσποτίδης και «Επιθεώρηση Τέχνης». Ήθελα να γράψω βιβλίο για τον Μίμη Δεσποτίδη σε συνάρτηση με το περιοδικό. Read more

Advertisements

2 ποιήματα, Kerana Angelova | μτφρ. Μαρία Δούμπα

saratsis

Πέρασμα / Брод

Ξυπόλυτη μέσα απ’ τη σκόνη να βαδίζεις
απ’ το ταπεινό σου σπιτάκι το καλοκαιρινό ως το ποτάμι και πίσω
το βαθύ πέρασμα δίχως να το διαβαίνεις
να περπατάς με μπότες λασπωμένες γενικώς να βαδίζεις
μιας και στης ζωής το πλάνο νομάς μικρούλα είσαι
μιας και δεν έχεις ρίζες απ’ τα φυτά για να διαφέρεις
σου ’δωσε ο θεός τον τόπο αυτό για να τον βαδίζεις
τη σύντομη αυτή απόσταση να μην τελειώνει
απ’ το σπιτάκι σου το φτωχικό
μέχρι του ποταμιού την όχθη και πίσω
εκατοντάδες φορές και να μη τελειώνει Read more

Αντιστροφή | Ασημίνα Λαμπράκου

saratsisg (2)


όπου το θ του θανάτου γίνεται το θ των θείων, επειδή, θείος είναι ο θάνατος]

γυρεύω έναν τόπο
έναν ήσυχο τόπο κάτω από τον ίσκιο πεύκου ή συκιάς
ένα σκαμνί και πολύ νερό
γαλήνη να σκεπάζει τη γη κι ένα αεράκι χλωμό να τη σηκώνει
εκεί θα σε ζωγραφίσω σε πλήθος ονομάτων
ενώ το σύκο θα σκάει γινωμένο από τη λάβρα
και, όπως το μέλι του θα δραπετεύει από τους σπόρους και το χείλος της πληγής
θα σέρνω τα πινέλα πρώτα στο χώμα δεύτερα στον άνεμο και τρίτα στο πηγάδι με τα νερά
έπειτα στο χαρτί που θα κλαίει από το ανυπόφορο φορτίο Read more

Ολιγόστιχα | Βασιλική Λόη

loi

το “γνωρίζω”
έχει μια άλλη αφετηρία
μια αφηρημένη σύνθεση γραμμάτων
ούτε μια χειραψία
ούτε ένα συγγενή βλέμμα
ωριμάζουν τα ποιήματα
με τη θέρμη της έννοιας
κόβονται από το βάρος του εαυτού μας

***

ένα βρασμένο λάχανο
στο νεροχύτη
ισόβια κάθειρξη στη
διαφυγή και τη λεπτομέρεια
χρειάζεται μαρτυρίες χεριών
κι όχι αναγνώσματα
και δοξασίες Read more

Αγελαίος και μόνος | Βαλάντης Βορδός

saratsis_kriaritsi

Τελευταίο μπάνιο, κατά πώς φαίνεται, για φέτος στο Πλατανίτσι, απέναντι ο Άθως τόσο ξεκάθαρος όσο και οι δύο πόλοι της ύπαρξης.

Νεράκι μου να σε φιλήσω – ξαφνικά μου ’ρθε μια τέτοια παρόρμηση, ψαράκια μου, όμορφες σαΐτες μ’ ορθάνοιχτα μάτια, δελφίνια γελαστά που χορεύετε στον αφρό, άμμος και βράχια που πάνω σας ξεκούραζα το θνησιμαίο μανδύα του σώματος.

Ένας σχεδόν ολόκληρος χρόνος μέχρι το επόμενο καλοκαίρι είναι μεταφυσική. Σας αποχαιρετώ θαυμάζοντάς σας και τίποτα να με πληγώνει, ούτε καν ο θάνατος, της ζωής το εναρκτήριο πέναλτι, τίποτα να μ’ ενοχλεί κι από βεβαιότητες δεν ξύνομαι. Παραδίνομαι στην στιγμή, παραμερίζοντας τις πικρές τσουκνίδες, αδύνατο να μην τις βρεις και στο πιο χτενισμένο χωράφι. Read more