Φτερούγες | Γιάννης Τόλιας

12509475_929402910476111_1579713111069072230_n

Δυστυχώς η φύση έχει στερήσει από τον άνθρωπο
το χάρισμα των φτερών
και κατά συνέπεια τη συναρπαστική περιπέτεια του πετάγματος.
Οι φτερούγες σαν όργανα πτήσης
περιπαίζουν τους νόμους της βαρύτητας
χαρίζοντας στην όραση την θαυμαστή ευελιξία της ανύψωσης.
Οι ίδιες επιλέγουν με μια απλή κίνηση
πότε θα αποδράσουν από τον κίνδυνο ή την πλήξη.
Οι δυνατές υποστηρίζουν τις μακρές πορείες της αποδημίας.
Παρέχουν σε αυτούς που έχουν το προνόμιο της κατοχής
την εξερεύνηση και την διαφορετική θέαση των πραγμάτων.
Κάποτε, εκεί που δεν το περιμένουμε,
αποκτούν φτερούγες παρηγορίας η σκέψη και η φαντασία.
Ίσως, ένα απότομο φτεροκόπημα πάνω στο χαρτί
να είναι και η έμπνευση.
Ποια άλλη ζεστασιά αγκαλιάς μπορεί να συγκριθεί
με το προστατευτικό δίπλωμα μιας φτερούγας;
Τέλος, κάθε πτήση ενέχει και μια απρόσμενη πτώση
που πάντα θα θυμίζει τον τελικό προορισμό όλων.

[εικόνα: Dariusz Klimczak]

Advertisements

2ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

1973 (1)

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Σαράκι μίας βιβλιοπώλισσας Αρμένισσας να θρυμματίζει ακόμη ένα βιβλίο που πήγε χαμένο στα απομεινάρια ενός υπηρεσιακού περίστροφου κι εικοσιτετραώρου. Το σπιρτόκουτο έγινε οδοντογλυφίδα ενώ σκοτείνιαζε ο ήλιος αντικρύ της σημαίας που νίκησε τότε. Η μοναξιά πηγάζει απ’ το περίκλειστο τραύμα, οδηγώντας τη σκέψη τού ποιητή στις ανταριασμένες θάλασσες τ’ ονείρου. Είναι χρόνια που σηκώνω τον ύπνο αλαφιασμένος, τινάζοντας το δεξί πόδι στον ακαριαίο σπασμό του λυκαυγούς ψιθύρου καθώς τα χέρια αρπάζουν τον άγγελο και τον καθηλώνουν στο άνοιγμα της μέρας. Ο χειμώνας παραμονεύει την πτώση του Θεού στις στροφές και τα ανύπαρκτα πεζοδρόμια οδών, λεωφόρων, παρόδων ποτισμένων με αίμα, με αίμα, με αίμα αδικοσκοτωμένων. Η απόπειρα κατά του Γραφέα πέρασε στο ντούκου: «Άναρχε και πολέμαρχε κι αυτόνομε σεισμικέ, φυλάξου απ’ τα γαλανά μάτια, κι απ’ τα πολύχρωμα που μόνο το κακό και τη ζηλοφθονία καλλιεργούν στο σκοτεινό τους θάλαμο». Εκείνο το λιμάνι που προσάραξες, αιώνες πριν η θάλασσα ορθώσει καυλωμένη τα πέντε δάχτυλα προπέτασμα, φράγμα ή θώρακα μίας δασώδους έκτασης που ονομάστηκε η Χώρα. Έτσι τους μίλησε: Οὐδείς δέ λύχνον ἃψας εἰς κρυπτήν τίθησιν οὐδέ ὑπό τόν μόδιον, ἀλλ’ ἐπί τήν λυχνίαν, ἳνα οἱ εἰσπορευόμενοι τό φέγγος βλέπωσιν. ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός∙ ὃταν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, καί ὃλον τό σῶμά σου φωτεινόν ἐστιν. ἐπάν δέ πονηρός ᾖ, καί τό σῶμά σου σκοτεινόν. σκοπεί οὖν μή τό φῶς τό ἐν σοί σκότος ἐστίν. εἰ οὖν τό σῶμά σου ὃλον φωτεινόν, μή ἔχον τι μέρος σκοτεινόν, ἔσται φωτεινόν ὃλον ὡς ὃταν ὁ λύχνος τῇ ἀστραπῇ φωτίζῃ σε. Μία γουρούνα/πατσαβούρα προσπάθησε να γονατίσει το ουδέτερο, κι αυτό το νεύρο ιερό σφουγγάριζε με καραβόπανο τα φλόκια των εισβολέων. «Μη φωτογραφίζεις βαθμοφόρους», της είπε… κι αυτή ντογρού στον πατσά -η ανθρωποφάγος των νησιών της Αγίας Αικατερίνης στο χάρτη εκείνον τον παλιό, που άναβε το φάρο κόκκινο στις άνομες γαλέρες. Αναπλέοντας τα άνυδρα ποτάμια, τους ξεραμένους ποταμούς, τις μαραμένες ποταμιές τα πόδια στέγνωναν την μπόχα της πορείας μέσα στον πάγο του πρησμένου αιματώματος. Τα σκοροφαγωμένα μάλλινα κατάσαρκα εσώρουχα κρατούσαν το τελευταίο σύνορο του σώματος μακριά από την υγρασία της ύπουλης πολίχνης. Το σκορβούτο είχε προ πολλού απολέσει το κόκαλο μίας μπαρουτοκαπνισμένης οδοντοστοιχίας. Το χέρι που κόπηκε στην κουβέρτα του καραβιού της ναυμαχίας εκείνου του πολέμου, φύτρωσε χρόνια στην πίσσα ν’ αποστειρώνει την ακονισμένη κι απαστράπτουσα ξιφολόγχη. Η μνήμη του Θεού μαχότανε εξακολουθητικά τα κόσκινα κρανίων που πρέπει να αποσχιστούν από τα κρέατα που φέρονται να είναι γύναια. Η ζητιάνα η Χρυστάλλα τριγύριζε τις χάρτινες εικόνες του ορθοδόξου δόγματος, μοιράζοντας παραληρηματικές πληροφορίες. Το δικαίωμα στη λεκτική βία, καθώς ο μονόχειρας προσφέρει τα γαρύφαλλα. Μια ήσυχη σχεδόν παντοκρατόρισσα φιγούρα -το μουστακάκι το παλιό, το άκρο το κομμένο, το βήμα το θανατικό- μια ήσυχη σχεδόν παντοκρατόρισσα φιγούρα. Αίφνης κι ως μπόρα, καταιγίδα ή ανεμοστρόβιλος… η κάρα που μετασχηματίζεται: Έτσι ο ποταμός Γιαλιάς μες στο γεφύρι εμβαίνει κυρίαρχος.


Λεζάντα φωτογραφίας

Ο ποιητής, μάλλον το 1973, με τη μάνα του στις οδούς της αρχαίας, τότε ελληνικής, Σαλαμίνας της νήσου Κύπρου.

2 πεζά | Θανάσης Πάνου

Dara Scully

Κόκκινο βαθύ

Ένας ξυλοκόπος που κόβει με την ίδια επαναλαμβανόμενη ακρίβεια τη σάρκα ενός δένδρου έχει ως μόνιμη φροντίδα το τσεκούρι του να είναι αιχμηρό. Ένας χασάπης που κόβει μοσχάρια με τέλεια χάρη και ακρίβεια, με πλήρη ηρεμία και πλήρη συγκέντρωση, έχει και αυτός ως μόνιμη φροντίδα το μαχαίρι του να είναι αιχμηρό, όπως πάντα. Η δουλειά τους είναι τόσο τέλεια βυθισμένη μέσα στη σάρκα ώστε μου φαντάζει υπερφυσική και όταν ετοιμάζομαι να αναλάβω την επανάστασή μου φέρνω στο νου την άοκνη γαλήνη της. Μετά από αυτή την ταύτιση δεν ενδιαφέρομαι πλέον για την επίπτωση του πόνου, αναγεννάμε απλά μέσα στο δάσος και το ένστικτό μου στοχεύει τον σωστό ξυλοκόπο – χασάπη. Και όταν τον κόβω, ο χασάπης μέσα μου με το μαχαίρι το αιχμηρό παλεύει το κέντρο βάρους της ανθρωπιάς μου να τεμαχίσει παρέα με τις εύσαρκες ιδέες που από την γέννησή μου σπείρανε με πονηρία περισσή. Τότε είναι η στιγμή που η ηθική στομώνει και τα αίματα αναμιγνύονται στο πιο κόκκινο βαθύ, τότε εν ψυχρώ διχοτομώ της εργασίας μου τον εργοδότη, του δάσους όπου κατοικώ τον ανήλεο ξυλοκόπο.

***

Η τρικυμία

Στην προκυμαία τα μεσάνυχτα, ένα τριχωτό θεριό με σιαλόρροια ροχάλιζε νωχελικά πάνω σε λέπια ψαριών, με ανοιχτή αγκάλη. Αποκαμωμένος από την θαλασσοταραχή, κούρνιασα πάνω του και εγώ, λούφαξα μέσα στο βρώμικο τρίχωμά του κρατώντας την ανάσα μου από την δυσωδία. Βογκώντας το άλλο πρωινό άρχισα μανιωδώς γλάρους να πετροβολώ το θεριό μου να ταΐσω. Και μόνο όταν η παλίρροια ρούφηξε το τριχωτό κουφάρι είδα πως πάλι φτηνά την γλίτωσα με κάτι μικροτραύματα και πόδι σακατεμένο. Τέτοιες φωτιές μου άναβε επάνω στο σκαρί μου, ο ολόγυμνος χορός μιας πόρνης αλαβάστρινης μες τ’ άγιο με ρούμι δισκοπότηρό μου, μέσα στην τόση γυναίκας έλλειψη μόνιμη τρικυμία.

[φωτογραφία: Dara Scully]

Νεφέλες | Ασημίνα Λαμπράκου

12508950_928189690597433_8545773156182563792_n

πως γερνά ο άνεμος αποδράσκοντας
θα σου έλεγα Νεφέλη μα εσύ είχες
ήδη φύγει πάνω στα λυτά σου μαλλιά
με δυο μάγουλα ιστία προς το μέλλον
το άλλο μέλλον των γυναικών των αγα-
πημένων και λησμονημένων κι ήταν το
νερό που έλειψε απ’ τα τριαντάφυλλα
που σε φώναζε να επιστρέψεις. Read more

Billy Collins, Διαβάζοντας μια ανθολογία κινέζικων ποιημάτων της δυναστείας Σουνγκ | μτφρ: Τόνια Κοβαλένκο

billy-collins

Οι ποιητές αυτοί σα να μην κρύβουν
Ούτε έναν άσο
Κάτω από τα φαρδιά μανίκια τους –
Ανοίγουν εξαρχής όλα τους σχεδόν τα χαρτιά
Αφού πριν τον πρώτο κιόλας στίχο
Μας λένε
Αν βρέχει ή αν έχει ήλιο,
Αν είναι νύχτα ή μέρα, σε ποια εποχή στέκει ο ήρωας,
Ακόμη και πόσο έχει πιεί.

Μπορεί να ‘ναι φθινόπωρο κι εκείνος να κοιτάζει ένα σπουργίτι.
Μπορεί να πέφτει χιόνι σε μια πόλη με όμορφο όνομα. Read more