Πάει. Αυτό ήταν | Κατερίνα Γώγου

kg

Πάει. Αυτό ήταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρώμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
Άρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σού ’χα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.
Κι ούτε που θα σε ξαναδώ.

Δεν ντρέπομαι | Κώστας Ταχτσής

Μια μέρα θα με πουν φακίρη
μεσ’ απ’ το στήθος μου έβγαλα κόκκινα περιστέρια
μεσ’ απ’ τα μάτια μου καπνό
πέρασα ξίφη στα όνειρά μου
διέπραξα κλοπές δι’ υποβολής
από αγάπη, σας τ’ ορκίζομαι, από τύψεις ίσως
μια μέρα θα με πουν ομοφυλόφιλο
εκείνον ευγενή κι ομοφυλόφιλο
εμένα πονηρό απλώς
θα με πουν οχιά: ένα κοινό προδότη!
εμπρηστή!
οι τίμιοι συμπολίτες μου
θα ’ρθουν και θα κοπρίσουνε στον τάφο μου (εικονικόν)
μα τα παιδιά τους — α, οι έφηβοι!
αυτοί θα μ’ αναστήσουνε, και θα με πούνε ποιητή
ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ

Άυπνα όνειρα | Ηλίας Στόφυλας

eirio

Πάντοτε ζούσα για έναν αιφνιδιασμό,
όπως όλοι οι χαμένοι.
Ήλπιζα στα όνειρα τα άυπνα
και ήθελα να χρωστώ τα πάντα
σε ένα θηριώδες ελάχιστο.
Να μπαίνω στο νερό
και να αναποδογυρίζω μαζί του
το προετοιμασμένο μου μέλλον.
Να εξαφανίζομαι μέσα στο έξω,
μακριά από τη μονοτονία του καθολικού.
Ήλπιζα ακόμη,
μέχρι που είδα
εκείνες τις έφιππες αράχνες,
να κουβαλάνε τη σορό μου.
Τη σορό που όλο και μεγάλωνε.
Μια μέρα γονάτισε μπροστά μου
και με ικέτεψε για μία ακόμη αναβολή.
Της χάιδεψα την πλάτη
και της είπα όλη την αλήθεια:
«Το παρελθόν δεν μπορεί να περιμένει».
Της φόρεσα το πιο όμορφο σάβανο
και την άφησα μόνη
στη μέση της αγάπης.
Μόνη με έναν θάνατο που δε λέει να ενηλικιωθεί.


* από την ποιητική συλλογή Μεταθανασία, εκδ. 24Γράμματα, Ιούνιος 2020

Μια παλέτα αγάπης | Αντωνία Σκανδάλη

Μια βεντάλια με χρώματα ο ουρανός το σούρουπο. Όσο ο ήλιος χάνεται μέσα στη θάλασσα σβήνει αργά και ξωπίσω του αφήνει μία παλέτα από χρώματα σαγηνευτικά. Χρώματα βιολετί σαν λουλούδι που άνθισε, πορτοκαλί σαν τη φλούδα του πορτοκαλιού που ξεθώριασε ανακατεμένη με το γαλάζιο του ουρανού και οι ακτίνες του ήλιου σαν βέλη να διαπερνούν ανάμεσά τους και να τους δίνει μια λάμψη μαγική. Χρώματα τόσο ταιριαστά σε ένα κόσμο που δε θυμάσαι να υπάρχει, ένας μικρός χαμένος θησαυρός. Και η θάλασσα να στέκεται εκεί, κυρίαρχη αυτού του κόσμου, βουβή μα συνάμα γαληνεμένη, να σε ταξιδεύει σε μυστήριους και άγνωστους τόπους με το σιγανό τραγούδι των κυμάτων, που το συνοδεύει μια απαλή μελωδία από το θρόισμα των φύλλων σε δέντρα που βλέπεις να υψώνονται θεριά και να αφήνουν το δικό τους αποτύπωμα, το δικό τους χρώμα μέσα στη σιωπή της θάλασσας.

Ανάκατη φύση, ήρεμη και κομψή να αναζητά πότε τον ήλιο και πότε τη βροχή. Ανάκατα λόγια να αναζητούν πότε την αλήθεια και πότε το αβάσταχτο ψέμα. Ανακατεμένα συναισθήματα να αναζητούν μια χαραμάδα για να βγουν στην επιφάνεια και άλλοτε να κρύβονται σε ένα λαβύρινθο που το μυαλό μου έφτιαξε με τόσο κόπο για να χαθούν από τους δαίμονες και τα φαντάσματα μιας απογοητευμένης αγάπης. Μια αγάπη που κάποτε θύμιζε πίνακα ζωγραφικής με χρώματα που έβρισκαν τον τρόπο να αγκαλιάζονται και καθετί αταίριαστο φαινόταν μικρό και ανούσιο σε ένα καμβά που φτιάχτηκε μόνο για μας. Μέσα σε ένα τοπίο όπου η ατέρμονη σκοτεινιά και η λάμψη του φεγγαριού γίνονταν ένα, εκεί όπου η θάλασσα άγγιζε τον ουρανό και το μόνο που τους ξεχώριζε ήταν η διαφορετικότητα μιας απόχρωσης του γαλάζιου, μια λεπτή γραμμή ένα αόρατο νήμα, σαν μια κλωστή που χωρίζει τη λογική από την αλλοφροσύνη. Διαβάστε περισσότερα

Θυσία | Αλέξανδρος Σάντο Τιχομίρ

sar

Πόσο θα ’θελα
να σου χαρίσω την καρδιά μου
για να τη φας
σαν φρούτο που μόλις κόπηκε
από το δέντρο μόνο για σένα.
Πόσο θα ’θελα
τα σκέλια μου ν’ ανοίξω
και σαν θάλασσα να γεννήσω
τον υιό που πάντα επιθυμούσες.
Μα είμαι άνεμος
που πάνω στα κλαδιά σου
τυλίγεται κολλώδης και ψυχρός,
και σαν ιστός υφαίνω σου για ενθύμιο
εκείνο το φουλάρι
που προφύλασσε τον λαιμό Της
απ’ την απόλυτη αγάπη σου.

Με τούτο το ενθύμιο
τώρα ικετεύω
την ίδια εκείνη αγάπη·
κι ας ξέρω πως τελικά δόθηκε
μονάχα σα σιγανή απόκριση
σ’ ένα θρόισμα των φύλλων.