3 ποιήματα | Γιώργος Λ. Οικονόμου

oikonomou

Ένα καλοκαίρι
ο ήλιος κρύφτηκε
στέγνωσε η θάλασσα.
Οι φίλοι στο επισκεπτήριο
πονούσαν
κι εγώ κρυμμένος
απ’ τον έξω κόσμο
έκαιγα τσιγάρα άφιλτρα
“Έθνος Εξαιρετικά’”

***

Στην Αμοργό
στο καφενείο του Πάρβα
Τσάι γλυκό με μπόλικο λεμόνι
κι ένα ξυράφι καλοακονισμένο
το χάραμα
φέτες να κόβουμε
την προσμονή της ευτυχίας
μόνο
τη λύπη
τη μοναξιά
την απόγνωση
σε κανέναν να μη χαρίσουμε
κι αν γράψουμε δυό γραμμές
να ’ναι για τα παιδιά
που χάθηκαν
καβάλα στο ξύλινο αλογάκι τους

***

Ένας μικρός Οδυσσέας λοιπόν
καράβι το σιδερένιο κρεβάτι
κι όταν τον ρώτησαν πώς λέγεται
“Οδυσσέας!’” απάντησε.
Χαμπάρι δεν πήραν οι γιατροί
όλη τη βδομάδα έμεινε δεμένος
θάλασσα-θάλαμος
καράβι-κρεβάτι
Έτσι βγήκε ζωντανός.

2 ποιήματα | Φανή Αθανασιάδου

fanoula

Το άλλο σύννεφο

Δεν θα προλάβω το σύννεφο
κι ας έφερε την ευλογημένη βροχή στα μέρη μας
η διάρκειά της μικρή δεν κατάφερε να αποτρέψει
τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής
κι ας ξορκίζαμε όλοι μαζί με τους συνήθεις τρόπους
την πολύχρονη ξηρασία
ή τους ανεξέλεγκτους ανέμους
κι ας μας βεβαίωναν ότι όσα συνέβαιναν θα ήταν προσωρινά
τίποτα απ’ αυτά δεν συνέβη
όλα πήραν τον δρόμο τους
και ’μεις βρεθήκαμε ασκεπείς και ανήμποροι
στη μέση ενός ερημικού τοπίου.

***

Άγουροι δρόμοι

Άγουροι δρόμοι
πήρε των ομματιών της κι έφυγε
ούτε μια φορά δεν έστρεψε
το κεφάλι πίσω
φοβήθηκε μην πάθει
σαν τη γυναίκα του Λωτ
μείνει στήλη άλατος
κολλημένη με τα πόδια και τη σκέψη στο χώμα
και αναγκαστεί τότε να αλλάξει απόφαση
και να γυρίσει πίσω.

2 ποιήματα | Μάνος Ελευθερίου

ftrxn

Διαπίστωση

Γιατί στο βάθος δεν έμεινε κανείς με την επιθυμία
νομίζοντας την τρέλα πιο σκληρή απ’ τη μνήμη,
την απειλή τους πιο απρόσιτη απ’ το φόβο
κι είπαμε πως αυτό ειν’ ο φόβος
κι όχι το άδειο πιάτο,
ή ο αστυφύλακας κάτω απ’ τα’ αγάλματα…
Εκεί να περιμένεις. Εκεί που ο φόβος
ξαναγυρίζει τη φωνή στη φλέβα του ίσκιου,
όταν το σώμα σου θα πάρει το λίκνισμα της τρέλλας
πάνω στο άδειο κρεββάτι.

***

Η τελική λύση

Ανυποψίαστο, ελάχιστο απόγευμα…
Το σώμα που λάτρεψε τον ήλιο και που τώρα υποκρίνεται,
το δέντρο στην πεθαμένη θάλασσα
έσμιξε τη μνήμη
του καλοκαιριού
με τα δικά σου μάτια.

Τώρα γλιστρώ κάπου-κάπου κι ακούω το δέντρο
που μιλάει.
Συμβαίνει κάποτε να μιλούν τα δέντρα,
όταν τροποποιείς μια κατάσταση
και δεν σ’ εμποδίζει το κυριακάτικο εμβατήριο,
ή κάτι που ήταν άξιο ν’ αγαπηθεί και ισορρόπησε
τη λύπη του μέσα στην πείρα.

Το βράδυ, όμως, υπάρχουν οι ανεπαίσθητες υποψίες
και τότε θέλεις να κουβεντιάσεις, ή να πας σ’ ένα θέατρο,
ή οτιδήποτε άλλο,
αρκεί αυτό το βράδυ να γυμνωθεί από λέξεις,
όπως κάποιος που προχωρώντας για τ’ απόσπασμα
θυμήθηκε πως είχε ξεχάσει τα γυαλιά του.

Όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλλέες | Ανδρέας Εμπειρίκος

ftx

Μνημόσυνον σε μαύρο μείζον
με βαθυπράσινους κισσούς για έναν
άνθρωπο που εις την Πρέβεζαν εχάθη.

«Όσοι καμιά φορά από την Πρέβεζα περνάτε και στην υγρή κουφόβρασι στα καφενεία κάθεσθε να πιήτε έναν καφέ, ή ένα γλυκό του κουταλιού να φάτε, βαπόρι περιμένοντας ή κάποιο λεωφορείο, ακούοντας βοήν φωνών και συζητήσεων, ήχους ζαριών και επικλήσεις αυτών που σκύβουν επάνω από τα τάβλια, την μοίρα μάταια προσπαθώντας με τέχνη να παραμερίσουν, τα πούλια ζωηρά χτυπώντας, φιλώντας στις χούφτες των τα ζάρια, κουνώντας τα με δύναμιν και τέλος φωνάζοντας, καθώς τα ρίχνουν με ζέσιν ελπιζόντων: “Ντόρτια!… Δυάρες!… Εξάρες!…” όσοι, λέγω, σ’αυτά τα καφενεία κάθεσθε, στη ζέστη του καλοκαιριού, την ώρα που φέρνετε στα χείλη σας το δροσερό ποτήρι, ή , μέσα στο ψύχος του χειμώνος τον αχνιστόν καφέ, προσμένοντας κάποιαν υπουργικήν απόφασιν, μετάθεσιν, ή κάποιο κέλευσμα ανεξιχνίαστον της Μοίρας, όσοι στα καφενεία της Πρεβέζης κάθεσθε, προσμένοντας τις οίδε τι- μην τον ξεχνάτε.

Σε όλους τους τέτοιους καφενέδες- Πρεβέζης, Αθηνών, Πατρών – πάντα η ψυχή του θα πλανάται, όπως και εις τα στυγνά γραφεία τόσων νομαρχιών και υπουργείων, όπου ο ποιητής σε όλον του τον βίον, τις μέρες του εν μέσω τρομεράς ανίας μετρούσε σαν κομπολόι βαρετό, αυτός που έσφυζε εν τούτοις –ω, ειρωνία– απο θεσπέσια οράματα, για πράγματα που ο κόσμος ο πολύς, ο κόσμος ο κοντόφθαλμος ή και ο χυδαίος, χίμαιρες ή ουτοπίες τα ονομάζει. Διότι αναμφιβόλως, ο ποιητής αυτός επάλλετο από τοιάυτα οράματα και αν έλεγε ο ίδιος ότι ιδανικά δεν είχε – είχε, μα απο σεμνότητα ή απαλότητα ψυχής ή φόβον, ντρεπόταν να τα περιγράψη, ντρεπόταν να τα πη, ή να τα ονομάση, αφού ήσαν όλα εδεμικά και πίστευε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε, παρά μονάχα στα οράματά του τα απόκρυφα να τα εκφράση, να τα φθάση, ωσάν να ήτο κατηραμένος, κολασμένος ο νέος αυτός, ο τόσον (έξω από την πράξιν την στερνήν και ίσως μέσα σε αυτήν) ο τόσον πολύ εν τη ουσία ευλογημένος. Διαβάστε περισσότερα

Μερικές φορές | Γιώργος Γάββαρης

All-focus

Μερικές φορές δεν προφταίνω
να κρατήσω λέξεις
και ξεφεύγουν για πάντα.

Χάνω σκέψεις
ιδίως φευγαλέων εμπνεύσεων.
Εξατμίζονται άφατες.

Ίσως κάποτε – πού ξέρεις!
θα τρέχω μπροστά από το φως
να συναντήσω
αυτές που μου ξέφυγαν.

Και οι λέξεις
θα είναι απλώς… περιττές.