Χωρίς ταυτότητα | John Keats

Ο ποιητής είναι το λιγότερο ποιητικό πλάσμα που υπάρχει, γιατί δεν έχει ταυτότητα. Είναι διαρκώς στα πρόθυρα ή στη διαδικασία να γεμίζει ένα άλλο κορμί. Ο ήλιος, το φεγγάρι, η θάλασσα, οι άντρες και οι γυναίκες, πλάσματα προικισμένα με ενόρμηση, είναι ποιητικά και έχουν στην κατοχή τους κάποιο μόνιμο χαρακτηριστικό. Ο ποιητής δεν έχει: είναι χωρίς ταυτότητα· είναι σίγουρα το λιγότερο ποιητικό από όλα τα δημιουργήματα του Θεού.

***

A Poet is the most unpoetical of any thing in existence; because he has no Identity – he is continually in for – and filling some other Body – The Sun, the Moon, the Sea and Men and Women who are creatures of impulse are poetical and have about them an unchangeable attribute – the poet has none; no identity – he is certainly the most unpoetical of all God’s Creatures.


[απόσπασμα επιστολής στον Richard Woodhouse, 27 Οκτωβρίου 1818 |
αναδημοσίευση από: apotypoma.blogspot.com]

Παρανομίες | Κική Δημουλά

Ἐπεκτείνομαι καί βιώνω
παράνομα
σέ περιοχές πού σάν ὑπαρκτές
δέν παραδέχονται οἱ ἄλλοι.
Ἐκεῖ σταματῶ καί ἐκθέτω
τόν καταδιωγμένο κόσμο μου,
ἐκεῖ τόν ἀναπαράγω
μέ πικρά κι ἀπειθάρχητα μέσα,
ἐκεῖ τόν ἀναθέτω
σ᾿ ἕναν ἥλιο
χωρίς σχῆμα, χωρίς φῶς,
ἀμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Ἐκεῖ συμβαίνω.

Κάποτε, ὅμως,
παύει αὐτό.
Καί συστέλλομαι,
κι ἐπανέρχομαι βίαια
(πρός καθησυχασμόν)
στή νόμιμη καί παραδεκτή
περιοχή
στήν ἐγκόσμια πίκρα.

Καί διαψεύδομαι.

Το τραγούδι του ιεροφάντη και η γενεαλογία του φωτός (αποσπάσματα) | Νίκος Κωσταγιόλας

Νίκος Στέφανος Κωσταγιόλας - Φωτογραφία - Αντίγραφο

V

Στενά καντούνια και μπουγάδες κρεμασμένες, σα χειραψίες αλληλέγγυων σπιτιών, καταμεσήμερο Αυγούστου. Μ’ οδήγησες μες το λαβύρινθο σαρτεύοντας σαν το τραγί, ήξερες καλά τα μονοπάτια, τα σπούδαζες. Δε φοβήθηκα ποτέ μήπως χαθούμε μα, θέ μου, πώς το ευχόμουνα!

Φτάσαμε στην Κρεμαστή. Γύρω απ’ το σκαλιστό, βενετσιάνικο πηγάδι θαρρούσες όλα πως συμβαίνανε με το δικό τους, αθόρυβο ρυθμό, κάτ’ απ’ την βουκαμβίλια. Σιωπηρά, να μην τ’ ακούσει ο διάολος και ζηλέψει.

Ένα καντηλέρι εκκρεμούσε ολομόναχο, κάτω από τ’ ασβεστωμένο υπόστεγο το εδώ κι εκεί ρυτιδωμένο από πανάρχαιες φαιές πορείες βροχών πού’ χαν στεγνώσει. Η εκκλησία μού’ πες σπάνια λειτρούγαγε, γάμων εξαιρουμένων.

Κάθισα στο φιλιατρό του πηγαδιού. Έτοιμος ο κόσμος γύρω να μουχρώσει μα ο ήλιος πάνωθε σκερτσάδος το βιολί του. Δάγκωνε πότε από το σκούρο τετραγωνισμένο σύκο των σπιτιών, πότ’ από τ’ αγίνωτο ροδάκινο κι ύστερα λιγωμένος, με τα ζουμιά να τρέχουνε ακόμα απ’ το πηγούνι του, πίσω απ’ τα σύννεφα κρουβήνονταν κρυφοκοιτώντας μας με νόημα.

Όσο που να πέσει η νύχτα του κρατούσα αμάχη. Ύστερα τον συγχώρησα. Είχε βρει η αγκαλιά το ταίρι της κι εκείνος πια μονάχα έμμεσα μπορούσε να κοιτάζει. Διαβάστε περισσότερα

3 ποιήματα | Γιώργος Ιωάννου

Παντού ξεριζωμένος

Σα να ’χω χάσει την πατρίδα μου
– παντού ξεριζωμένος.
Σα να μην έχω πια μητέρα∙
έτοιμος πάντοτε να κλάψω,
να διηγηθώ σκληρότητες ανύπαρχτες,
να αναπνεύσω περιβάλλον δυστυχίας.

Και μέσα μου να λιώνω από αγάπη,
να είμαι βέβαιος –αλίμονο– για την καταστροφή.

***

Το μόνο

Ανήκω πλέον σ’ όλα τα Ταμεία∙
πληρώνω Φόρο Καθαράς Προσόδου,
Ταμείο Αρωγής, Ταμείο της Προνοίας,
Υγειονομική Περίθαλψη, Έκτακτη Εισφορά,
Μετοχικό Ταμείο, για δυο λόγους,
Ταμείο της Συντάξεως, Ταμείο Ασφαλείας.

Τώρα το μόνο που μπορώ είναι να αρρωστήσω…

***

Δε βρίσκω φωνή

Θέλω να σκάψω και δεν έχω γη.
Να φυτέψω-χώμα δεν υπάρχει
ούτε φυτά, ούτε κάν ένα φτυάρι.
Θέλω να φωνάξω, δε βρίσκω φωνή.
Η ομορφιά δε μ’ αγγίζει
και τόσο θέλω ν’ αγαπήσω.

Τρία ερωτικά | Γιώργος Σαράτσης

i.
ο έρωτας
ρουχαλάκι παιδικό
στο σύρμα της βεράντας
να βγαίνει ο ήλιος
και η ζωή στο περίμενε

ii.
αναζητώ
τον έρωτά σου
μια νύχτα
να χαθώ
να χαθείς
να δω τ’ απωθημένα μου
χέρι-χέρι στο πεζοδρόμιο
να μη μας δω ξανά μαζί
να μη μας δω
ξανά

iii.
κρύο
τελευταίος επιζών
στην αγκαλιά σου
τα τρία νυχτερινά του Ραχμάνινοφ
στα χαμηλά
κι απ’ το παράθυρο
η υγρασία
βλεννόρροια
στο τσιμέντο
της πόλης


[αναδημοσίευση από το ιστολόγιο: apotypoma.blogspot.com]