Βροχερό Παντούμ | Νίκος Κωσταγιόλας

Νίκος Στέφανος Κωσταγιόλας - Φωτογραφία - Αντίγραφο

Βροχή που χτυπά στου μυαλού μου τους τσίγκους
στο διάφανο λόφο σπαράζει ένα αστέρι
μπατσάκι δροσιάς σε νωθρούς παπαφίγκους
το φως που απαρνήθηκες, ποιος θα σ’ το φέρει;

Στο διάφανο λόφο σπαράζει ένα αστέρι
καμιά προσευχή στην αλύγιστη γη του
το φως που απαρνήθηκες, ποιος θα σ’ το φέρει;
το στήθος μαργώνει η αλκή του απροσίτου

Καμιά προσευχή στην αλύγιστη γη του
καμιά ηλιαχτίδα στο σκότος λεπίδι
το στήθος μαργώνει η αλκή του απροσίτου
το σώμα σπασμένο του χρόνου σαρίδι

Καμιά ηλιαχτίδα στο σκότος λεπίδι
στις άμπωτες του ύπνου το τέλος μαρμαίρει
το σώμα σπασμένο του χρόνου σαρίδι
κι ο φόβος αρπάγη από χάλκεον χέρι

Στις άμπωτες του ύπνου το τέλος μαρμαίρει
μετρώ με τ’ αυτί του θανάτου τους κρότους
κι ο φόβος αρπάγη από χάλκεον χέρι
μακάριοι οι τρελοί, το λοξό μέτωπό τους

Μετρώ με τ’ αυτί του θανάτου τους κρότους
ως πότε οι ψυχές χθαμαλές χρυσσαλίδες;
μακάριοι οι τρελοί, το λοξό μέτωπό τους
σ’ εκείνους γνωστά όσα θα δεις κι όσα είδες

Ως πότε οι ψυχές χθαμαλές χρυσσαλίδες;
στα υψή στριγκά χαχανίζουν Πατέρες
σ’ εκείνους γνωστά όσα θα δεις κι όσα είδες
σ’ αφήνουν να ελπίζεις σε λάθρες ημέρες

Στα ύψη στριγκά χαχανίζουν Πατέρες
κισσοί σε βυζαίνουν οι εύκρατες μνήμες
σ’ αφήνουν να ελπίζεις σε λάθρες ημέρες
απάτης μαστίγιο οι φιλήδονες φήμες

Κισσοί σε βυζαίνουν οι εύκρατες μνήμες
η νύχτα εμπεδώνεται μόνο μ’ ιλίγγους
απάτης μαστίγιο οι φιλήδονες φήμες
βροχή που χτυπά στου μυαλού μου τους τσίγκους.

Το μάλλινο παλτό | Αλέξανδρος Βαναργιώτης

kefalas

Κοίταζα μια φωτογραφία του πατέρα. Ήταν λίγο μετά την κατοχή. Δυσκολεύτηκα να τον αναγνωρίσω. Έφηβος με έναν ντορβά στον ώμο, δίπλα σε τρεις άλλους συνομηλίκους. Όλοι μαζί μια άθλια εικόνα. Εξαθλιωμένοι, αδύνατοι, με ένα βλέμμα περίεργο, πονεμένο. «Ποιος είναι ο πατέρας;» είχα ρωτήσει τη θεία. Μου έδειξε στη δεξιά πλευρά της φωτογραφίας τον νέο που προανέφερα με τον ντορβά. Κάτι στα μάτια του τον θύμιζε αμυδρά. «Δες» πρόσθεσε η θεία. «Βλέπεις τη διαφορά από τους άλλους;» Δεν έβλεπα καμία διαφορά όσο και αν προσπαθούσα. «Ο πατέρας σου είναι ο μόνος που φορά παλτό». Όλοι οι άλλοι φοράνε σακάκι. Ξέρεις τι είναι να φοράς εκείνη την εποχή παλτό; Μεγάλη υπόθεση. Ο παππούς είχε χρήματα».

Τον θυμάμαι τον παππού. Το δικό του όνομα έχω πάρει. Ήταν κουρέας, εκτός από γεωργός. Έβγαζε από το κουρείο αρκετά, αλλά ήταν τσιγκούνης. Η γιαγιά απ’ ό,τι ήξερα κρυφά στην κατοχή μοίραζε ψωμί μόλις νύχτωνε στα πεινασμένα παιδιά του χωριού. Ο παππούς είχε καβούρια στην τσέπη. Όμως, όπως φαίνεται, τον γιο του τον φρόντιζε. Του αγόρασε παλτό για να μην κρυώνει εκείνα τα δίσεχτα χρόνια του εμφυλίου και της μιζέριας που βασάνιζε όλη την Ελλάδα, καθώς προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της μετά τη γερμανική κατοχή. Διαβάστε περισσότερα

Ἀμοργός | Νίκος Γκάτσος

ng

(…)

Ξύπνησε γάργαρο νερό ἀπό τή ρίζα τοῦ πεύκου νά βρεῖς τά μάτια τῶν σπουργιτιῶν καί νά τά ζωντανέψεις ποτίζοντας τό χῶμα μέ μυρωδιά βασιλικοῦ καί μέ σφυρίγματα σαύρας. Τό ξέρω εἶσαι μία φλέβα γυμνή κάτω ἀπό τό φοβερό βλέμμα τοῦ ἀνέμου εἶσαι μία σπίθα βουβή μέσα στό λαμπερό πλῆθος τῶν ἄστρων. Δέ σέ προσέχει κανείς κανείς δέ σταματᾶ ν᾿ ἀκούσει τήν ἀνάσα σου μά σύ μέ τό βαρύ σου περπάτημα μές στήν ἀγέρωχη φύση θά φτάσεις μία μέρα στά φύλλα τῆς βερυκοκιᾶς θ᾿ ἀνέβεις στά λυγερά κορμιά τῶν μικρῶν σπάρτων καί θά κυλήσεις ἀπό τά μάτια μιᾶς ἀγαπητικιᾶς σάν ἐφηβικό φεγγάρι. Ὑπάρχει μία πέτρα ἀθάνατη πού κάποτε περαστικός ἕνας ἀνθρώπινος ἄγγελος ἔγραψε τ᾿ ὄνομά του ἐπάνω της κι ἕνα τραγούδι πού δέν τό ξέρει ἀκόμα κανείς οὔτε τά πιό τρελά παιδιά οὔτε τά πιό σοφά τ᾿ ἀηδόνια. Εἶναι κλεισμένη τώρα σέ μιά σπηλιά τοῦ βουνοῦ Ντέβι μέσα στίς λαγκαδιές καί στά φαράγγια τῆς πατρικῆς μου γῆς μά ὅταν ἀνοίξει κάποτε καί τιναχτεῖ ἐνάντια στή φθορά καί στό χρόνο αὐτό τό ἀγγελικό τραγούδι θά πάψει ξαφνικά ἡ βροχή καί θά στεγνώσουν οἱ λάσπες τά χιόνια θά λιώσουν στά βουνά θά κελαηδήσει ὁ ἄνεμος τά χελιδόνια θ᾿ ἀναστηθοῦν οἱ λυγαριές θά ριγήσουν κι οἱ ἄνθρωποι μέ τά κρύα μάτια καί τά χλωμά πρόσωπα ὅταν ἀκούσουν τίς καμπάνες νά χτυπᾶν μέσα στά ραγισμένα καμπαναριά μοναχές τους θά βροῦν καπέλα γιορτινά νά φορέσουν καί φιόγκους φανταχτερούς νά δέσουν στά παπούτσια τους. Γιατί τότε κανείς δέ θ᾿ ἀστιεύεται πιά τό αἷμα τῶν ρυακιῶν θά ξεχειλίσει τά ζῷα θά κόψουν τά χαλινάρια τους στά παχνιά τό χόρτο θά πρασινίσει στούς στάβλους στά κεραμίδια θά πεταχτοῦν ὁλόχλωρες παπαροῦνες καί μάηδες καί σ᾿ ὅλα τά σταυροδρόμια θ᾿ ἀνάψουν κόκκινες φωτιές τά μεσάνυχτα. Τότε θά ᾿ρθοῦν σιγά-σιγά τά φοβισμένα κορίτσια γιά νά πετάξουν τό τελευταῖο τους ροῦχο στή φωτιά κι ὁλόγυμνα θά χορέψουν τριγύρω της ὅπως τήν ἐποχή ἀκριβῶς πού εἴμασταν κι ἐμεῖς νέοι κι ἄνοιγε ἕνα παράθυρο τήν αὐγή γιά νά φυτρώσει στό στῆθος τους ἕνα φλογάτο γαρύφαλο. Παιδιά ἴσως ἡ μνήμη τῶν προγόνων νά εἶναι βαθύτερη παρηγοριά καί πιό πολύτιμη συντροφιά ἀπό μία χούφτα ροδόσταμο καί τό μεθύσι τῆς ὀμορφιᾶς τίποτε διαφορετικό ἀπό τήν κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Εὐρώτα. Καληνύχτα λοιπόν βλέπω σωρούς πεφτάστερα νά σᾶς λικνίζουν τά ὄνειρα μά ἐγέ κρατῶ στά δάχτυλά μου τή μουσική γιά μία καλύτερη μέρα. Οἱ ταξιδιῶτες τῶν Ἰνδιῶν ξέρουνε περισσότερα νά σᾶς ποῦν ἀπ᾿ τούς Βυζαντινούς χρονογράφους.

(…)

Χρόνια καί χρόνια πάλεψα μέ τό μελάνι καί τό σφυρί βασανισμένη καρδιά μου
Μέ τό χρυσάφι καί τή φωτιά γιά νά σοῦ κάμω ἕνα κέντημα
Ἕνα ζουμπούλι πορτοκαλιᾶς
Μίαν ἀνθισμένη κυδωνιά νά σέ παρηγορήσω
Ἐγώ πού κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μέ τά μάτια τῆς πούλιας
Καί μέ τή χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καί χορέψαμε μές στούς καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στή θερισμένη καλαμιά καί φάγαμε μαζί τό κομένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη μοναξιά μέ τόσα βότσαλα τριγύρω στό λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στά μαλλιά σου.

Δίστομο | Γιώργος Πρεβεδουράκης

saratsis

ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΤΕ ΤΟΝ ΧΟΛΑΡΓΟ

Έχω ένα μυαλό που ατρόφησε

από την χρόνια καλοπέραση

στις εφεδρείες

τα σπλάχνα μου σάπισαν

στις κίτρινες τέντες

συχνάζω στη λέσχη

απόστρατων σιτιστών

κοτζάμ λεκανοπέδιο

εγκλωβισμένο στο ασανσέρ

την ώρα που οι θυρωροί

κι οι πυροσβέστες σχολάνε

στοιβάζοντας τσόφλια

στην αιώρα της πιλοτής

βαφτίζω κατόπιν προτροπής

το κλούβιο αυγό

των καιρών μου          μελάτο

λέω τα χρώματα ασήκωτα

και το βάρος θολό

την άδεια για περίπτερο

την έχω μοσχοπουλήσει

είναι κι η μελαγχολία μου άκρως συμβολική

χρήσιμη

καθώς οδοντική κλωστή

για τους κοπτήρες των φυτοφάγων

κάτι Δευτέρες καθαρές

και κάτι μαύρες Παρασκευές

είναι που γίνομαι κανονικός

ωτακουστής ή αν προτιμάτε ματάκιας

τα φώτα ομίχλης βλέπω ν’ ανάβετε

μη τύχει και συγκρουστούν οι γειτονιές

μετωπικά        κι έχουμε άλλα

βαθειά μες στο αυθαίρετο δώμα

οι παιδικές μου πρωτομαγιές

πλάθουν ανέμελες πλαστελίνες φωσφόρου

πνίξε τη μπουκιά σου

να τελειώνουμε          ο ήλιος

παραμένει πλάσμα φασματικό

αδύνατο να διανεμηθεί στον πληθυσμό

κι ας είναι καρκινογόνος

στο φιλοδώρημα να είσαι τυπικός

φτύσε στη λαδόκολλα

τις δεκάρες σου με την ψίχα

πριόνισε τα ποδάρια που τρίζουν

αρκετά περιμέναμε τους ξυλουργούς

το παλούκι πάνω στο οποίο κάθεσαι

δύο δεκαετίες κοντά

σε λίγο θα πάει στρατό ή θα αποφοιτήσει

τι κρυοπάγημα στο σαλόνι νυχτιάτικα

στάγδην βραδέως

μέσα απ’ τα κλιματιστικά

στη Πίνδου θερίζουν ένα ακόμα τάγμα αλπινιστών

ο Αύγουστος

είναι κοινόχρηστος βόμβος

συχνά απ’ το κεφάλι μου ξυστά

περνάνε          χαρταετοί

μαζί με τα χέρια

που βαστάνε το σπάγκο

απ’ το αυλάκι του Υμηττού

εκτελωνίζεται το κοκκινόχωμα

στα σωθικά μου

αυτό που πίστεψα οικογένεια

μοιάζει ενέδρα σε κορφοβούνι

τουλάχιστον ξεχρέωσα την οδική

κυρίως υπνοβατώντας

τα χνώτα μου χάραξα πάνω στου συνοδηγού

το θαμπό καθρεφτάκι

και τώρα αλλήθωρος απ’ το ποτό

και προφανώς εθισμένος στην πούδρα

κομμένος στο ξύρισμα εκ γενετής

σας γράφω εκεί που δεν πιάνει

εξάλλου την ουλή μου την έχω θαμμένη

στις νεραντζιές

μαζί με χήρες χουντικές

που ξέρουν ιστορίες υπέροχες

απ’ τον καιρό της ειρήνης.

3 ποιήματα | Ευθύμης Λέντζας

lentzas

Σήμερα ξύπνησα στην ομίχλη –
γυμνόκλαδος πόνος.
Παράξενη βροχή: από τον ουρανό
στο κόκκαλο∙ μια μουσική σε πτώση.
Να περνάει ψυχρός ο κίνδυνος: από
τις φυλλωσιές στο σώμα.
Αβέβαιος σηκώθηκα πάλι.
Σίγουρο το δέρμα που συγκίνησα, με
χείλια τραύματα: σωθικά του αλκοόλ.
Ματάκια μου που δεν σας πίστεψα∙
αύριο πώς θα σωθώ;

***

Η φριχτή φορεσιά – το σώμα μου,
άυπνο ανάμεσα σε τόσα βλέμματα.
Άοσμα χέρια μικρών αγαλμάτων.
Η πρώτη νύχτα στη θάλασσα,
μια παράξενη Πέμπτη με στήθη θαύματα∙
δανεικός ουρανός για τα τυχαία μάτια μου.
Αδύνατον να σηκωθώ από τέτοιο θάνατο.

***

Πρωινό στο μπαλκόνι κι η Λάρισα
απέραντη όπως το σώμα της γυναίκας
που αγαπώ, πριν ξετυλίξει η μέρα τα
στολίδια της – χαμόγελο σβηστό σαν
αποτσίγαρο βρεγμένο μοναξιά.
Είναι σκληρή η ψιχάλα, διώχνει τα
αδέσποτα σκυλιά, σμίγει το φόβο,
σφίγγει τα ανυπεράσπιστα οστά μου.