2 ποιήματα | Αναστασία Καραογλάνη

karaoglani

Αναμνήσεις

Ουρές σαμιαμίδια
σφιχτά στο σπιρτόκουτο
κλεισμένες
ακίνδυνα νεκρές
μα σαν ανοίξεις
έτσι για πλάκα
σπαρταράνε σακάτικες
απεγνωσμένα ζωντανές
οι μισερές…

***

Κάθε νύχτα γερνάω

Κάθε νύχτα γερνάω
με η χωρίς μακιγιάζ
-εξαρτάται πως πέφτω στο πλάϊ –
πότε γερνάω όμορφα
με τις ρυτίδες μου αναπαυμένες
στων εμπειριών την μαλακιά επιδερμίδα
πότε αγριεύουνε τραχιές
-ουλές που ξεχωρίζουν-
στης θύμισης το πεπραγμένο
ή την απουσία∙
κάθε νύχτα γερνάω
με εραστή βρέφος στον κόρφο ή χωρίς
με εγγόνια στο πλευρό,
η με το σκύλο στο πάτωμα∙
-τα μάτια ορθάνοιχτα-
το τι με περιμένει
τι παίρνω και περνώ
αντιελιξήριο νεότητας με τιθασεύει
ανήμπορά μου


*από την υπό έκδοση συλλογή Παλιά Κρυστάλλινα Ποτήρια

3 ποιήματα | Γιώργος Λ. Οικονόμου

oikonomou

Αυτός ο ξένος στον καθρέφτη
την ώρα που ξυρίζομαι
γράφει στο πρόσωπό μου
χρόνια τσαλακωμένα.
Στο λεωφορείο
μου παραχωρούν τη θέση
μιλώντας μου στον πληθυντικό.
Τί άλλο πια να περιμένω;
Μόνο τα μάτια της με βλέπουν
παλικαράκι εικοσιτριών χρονών

***

ήταν ένα τραγούδι
σχεδόν αισθηματικό
που φώτισε το σκοτάδι
τραγούδησαν όλοι
ακόμα κι αυτοί
που κάτι τέτοια τα κορόιδευαν
τραγούδησαν όλοι
δεν αργούσε το χάραμα
οι μισοί από μας
θα στήνονταν
στα πέντε μέτρα

***

ανάμεσα στις γραμμές
κάτω απ’ τις λέξεις
στο πάρκο με τα πεύκα
ενός δημόσιου νοσοκομείου
χειμώνα καιρό
σμίγουν τα κορμιά μας
νύχτα
κι η ψυχή μας φωτίζει
το ποίημα
ανάμεσα στις γραμμές
κάτω απ’ τις λέξεις
η Κατερίνα
παίζει κρυφτό
με τους αγαπημένους της
τα φυλάει
–πέντε, δέκα, δεκαπέντε–
κι έναν έναν
μας φανερώνει


φωτογραφία: Γιώργος Ιωαννίδης

Ποιήματα | Κωστής Μοσκώφ

κμ

Γεννήθηκα την εποχή του χαλκού
τώρα
δεν με θυμάται πια κανένας
σκεπάσαν τους βωμούς μου δάφνες και φρύγανα.
Πικραμύγδαλο, συ έρωτά μου,
ήπια τρία βαρέλια ρετσίνα στην Δόμνα
χτες, για να ξεχάσω
ρούφηξα τον Aλιάκμονα, τον σφοδρό Bαρδάρη
– οι λιμναίοι οικισμοί της Θεσσαλίας
μείναν ξεροί για χάρη σου.
Περιμένω τρεις χιλιάδες χρόνια να πεθάνω,
αδύναμος να αποσυντεθώ τόσο που σ’ αγαπώ.

***

Εννέα σχόλια στον Σεφέρη

Η ψυχή
μάταια ανοιγοκλείνει
τα φτερά της·
ο ποιητής θρυμματισμένος
«σπασμένο κανάτι»

~

«Πάνω νερά»
που διάλεξες να λάμνεις·
τώρα,
σε τούτο τον καιρό,
βλέπω
το Τίποτα
του Πάντα…

~

Γδύσου το πουκάμισο των άστρων
φόρεσε το θνητό δέρμα σου
να σε πλαγιάσω…

~

Η σελήνη περίμενε μάταια ως το πρωί
λουσμένη στο πατσουλί
του έρωτα σου…

~

Γνώρισες το Καθόλου,
έμαθες τα «ναρκωτικά σεντόνια» του…

Ο καιρός,
Εσύ,
χλοερό μου λιβάδι…

~

Ο θόλος μαύρος
από το πολύ σου φως
0 θάνατος
«αναστάσιμη οδύνη»…

~

Το φως, και αυτό μελλοθάνατο,
ωστόσο,
ακόμα σπαράζει…

~

Ξάφνου η ελπίδα
χορτάρι χλωρό·
μην τη θερίσει.
το δρεπάνι.

~

Η φλόγα
τώρα
«δροσερή πικροδάφνη».
Εγώ, όμως, καίγομαι
— με πυρπολείς μες στον Καιρό…


*[από την τρίτη ενότητα της συλλογής Για τον Έρωτα και την Επανάσταση, 1989]

2 ποιήματα | Χρήστος Κάρτας

Σαλπάρισμα

Στην πλώρη της ανατολής
σβήνω το φόβο με ετερόφωτες πληγές
που ηλεκτροδοτούνται στο αέναο
απ’ την αυτοπυρπόλησή μου
με την Κακή Φωτιά του Παλαμά

στην πλώρη της ανατολής
η μοναξιά του ποιητή
είναι ο θόρυβος απ’ τα χειροκροτήματα
μετά το τέλος της απαγγελίας

(τι ηδονικός τραυματισμός η υπέρβαση του φόβου!
τι φωτεινό παλάτι η μοναξιά του ποιητή!)

θαλάσσιες ανεμώνες
περιφρουρούν την υφαλμύρωση του φύλου σου
καθώς αρνείσαι να υποκύψεις στα τοπία

μέσα στο πέλαγο
το σώμα σου λυγμός του ανέμου που μοιράζεται αεικίνητα
στη λαιμαργία της αρμύρας

μέσα στο πέλαγο
τα στήθη σου δυο εγκαταλειμμένα πετρελαιοφόρα
που φέρνουν τον εαυτό τους αντιμέτωπο
με τη θηλυκότητα της γης και του θανάτου

(πόσο ερωτικά ψυχορραγεί το καλοκαίρι στην αγκαλιά του Σεπτεμβρίου!)

δεν έχω να σου γράψω άλλα ποιήματα
τώρα οι ιστορίες του πελάγου θα μνημονεύονται με δάκρυα

(πόσο ερωτικά ψυχορραγεί το καλοκαίρι στην αγκαλιά του Σεπτεμβρίου!)

στην πλώρη της ανατολής
ο ήλιος είναι το ανίατο σκοτάδι των ματιών σου

***

Πανδοχείο αγγιγμάτων

Οι διακοπές το καλοκαίρι
αρχίζουν με τη λογική
πως μια κιθάρα κυβερνά κάθε συναίσθημα
που έχασε τον κόσμο του

τότε η θάλασσα σε αγκαλιάζει
σαν το πουκάμισο που έριξες
στην πλάτη μιας γυναίκας λίγα λεπτά
πριν απ’ το πρώτο σας φιλί
ενώ η άμμος της ακτής
ψιθύριζε στα πόδια σας κρυμμένες ιαχές
που απέτυχαν να γίνουν λέξεις ποιημάτων

Τα μάτια που ανταλλάξατε
θα στροβιλίζονται για πάντα
μαζί με κάποιον δίσκο των Pearl Jam
με τον «No Code» ή με τον «Yield»
που καθιστούν το σώμα σου
απρόσβλητο απ’ το δρόμο

όλα τελειώνουν
όταν έρχεται ο Σεπτέμβρης
σαν καταξιωμένος νοσοκόμος
και βλέπεις πως
η μόνη περιουσία που σου απέμεινε
είναι μια συλλογή από κοχύλια
που στολίζουν το γραφείο σου
όμως το αλάτι το θυμούνται

πώς θα μπορέσεις τότε ν’ αρνηθείς
το δάνειο μιας φωτογραφίας;

αφού εσύ επέλεξες να γίνεις
θυρωρός σε πανδοχείο αγγιγμάτων

2 ποιήματα | Νίκος Καρούζος

ftxin

Διάλογος πρῶτος

Σά νά μήν ὑπήρξαμε ποτέ
κι ὅμως πονέσαμε ἀπ᾿ τά βάθη.
Οὔτε πού μᾶς δόθηκε μία ἐξήγηση
γιά τό ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν τουλάχιστον.
Ἡ ἄλλη μισή μας ἡλικία θά περάσει
χαρτοπαίζοντας μέ τό θάνατο στά ψέματα.
Καί λέγαμε πώς δέν ἔχει καιρό ἡ ἀγάπη
νά φανερωθεῖ ὁλόκληρη.
Μία μουσική
ἄξια τῶν συγκινήσεών μας
δέν ἀκούσαμε.
Βρεθήκαμε σ᾿ ἕνα διάλειμμα τοῦ κόσμου
ὁ σῴζων ἑαυτόν σωθήτω.
Θά σωθοῦμε ἀπό μία γλυκύτητα
στεφανωμένη μέ ἀγκάθια.
Χαίρετε ἄνθη σιωπηλά
μέ τῶν καλύκων τήν περισυλλογή
ὁ τρόμος ἐκλεπτύνεται στήν καρδιά σας.
Ἐνδότερα ὁ Κύριος λειτουργεῖ
ἐνδότερα ὑπάρχουμε μαζί σας.
Δέν ἔχει ἡ ἁπαλή ψυχή βραχώδη πάθη
καί πάντα λέει τό τραγούδι τῆς ὑπομονῆς.
Ὢ θά γυρίσουμε στήν ὀμορφία
μία μέρα…
Μέ τή θυσία τοῦ γύρω φαινομένου
θά ἀνακαταλάβει, ἡ ψυχή τή μοναξιά της.

***

Ἡ νύχτα με συμφέρει

Πράγματι ἡ νύχτα με συμφέρει.
Πρῶτα-πρῶτα ἐλαττώνει τις φιλοδοξίες· ὕστερα
διορθώνει τις σκέψεις· ἔπειτα
συμμαζώνει τη θλίψη και την κάνει ὑποφερτότερη
τη σιωπή με σέβας ἀνατέμνει·
ἐξαίρει τήν ὄσφρηση μά προπάντων ἡ νύχτα περιζώνει.