Ποιήματα | Γιώργος Χριστοδουλίδης

saratsis_g

Δυο κυρίες στην παλιά Λευκωσία

Tις Κυριακές
χαμηλότερα από τη ψαλμωδία του Ιμάμη
που αγκιστρώνεται σαν σκέπαστρο στον αέρα
γηραιές κυρίες εξέρχονται από τα μνημόσυνα
κρατώντας πιάτα με κόλλυβα.
Τα μοιράζουν
όχι μόνο σε κοντινούς
αλλά και σε περαστικούς
που δείχνουν περισσότερο να πεινούν
παρά κάποιο ενδιαφέρον
για τα τελετουργικά.
Δυο τέτοιες κυρίες
την ώρα που ο συρμός
πολλών παράξενων ανθρώπων σκορπίζεται
στα οφιοειδή σοκάκια
πλησιάζουν προς το μέρος μου
“όχι, όχι την άλλη Κυριακή, δεν θα είμαι,
θα λείπω”
λέει η μια περήφανα
σαν να είναι ό,τι πιο σημαντικό της συνέβη
τον τελευταίο καιρό.
«με προσκάλεσαν,
με προσκάλεσαν πολλές φορές
και τελικά δέχτηκα».
Το λέει αργά επισυνάπτοντας στην κάθε λέξη
μια παύση θριάμβου
το λέει υπογραμμισμένα
σε απόσταση αναπνοής
από το πρόσωπο
της αγαπημένης της φίλης. Read more

Advertisements

2 ποιήματα | Άγγελος Ευθυμιάδης

saratsis

Ένα “μέχρι εδώ ήταν” είναι η ζωή σου χρόνια τώρα.
Δεν υπήρξες και τόσο γενναιόδωρος όσο νόμιζες.
Εκείνες τις στιγμές που βούλιαζες βαθιά στο δίλημμα:
μήπως ναι ή μήπως όχι;
Εκείνες τις στιγμές εκλιπαρούσες για ένα τηλέφωνο φίλου να πατέ για μπύρες ή για καφέ.
Ως εκ θαύματος περίμενες ένα τηλέφωνο για να ξεμπερδέψεις από το δίλημμα πιο ομαλά,
χωρίς να τυραννηθείς, ανώδυνα.
Το τηλέφωνο δεν υπήρχε ποτέ, οι αποφάσεις σου συνήθως έγερναν στο ναι και πάντα στο καυτερό μυαλό σου μετά την απόφασή σου ένα “μέχρι εδώ ήταν” σέρνοταν ανυποψίαστο και αδύναμο ενώ άφηνες το κινητό με δύναμη στο τραπέζι,
ένα δείγμα θυμού μπροστά στους ωκεανούς θυμού που κρύβεις.
Τραβώντας μαλακία θες να πειστείς ότι το σώμα σου και οι βιολογικές σου ανάγκες είναι ακόμα ζωντανές και λειτουργικές.
Πως καταφέρνεις και πνίγεσαι εκεί που τα παιδιά πλατσουρίζουν;
Δεν έχει τέλος η βουτιά, φίλε.
Πιάσου από οπουδήποτε.
Γίνε αυτός ο κανονικός άνθρωπος που πάντα απεχθανόσουν.
Για να ζήσεις.
Δεν έχει τέλος η βουτιά φίλε, όχι άλλες αναβολές.
Μέχρι εδώ ήταν. Read more

Εκ βαθέων | Βαγγέλης Ψαραδάκης

ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ ΦΩΤΟ

Στην Ευρύκλεια, στον Θοδωρή, στη Χρύσα,

στον Ηλία, στη Μίνα και σε άλλους

 εξ Αθηνών καλούς φίλους

1. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης κι εγώ

Έχω μιλήσει αρκετές φορές για τον Λαπαθιώτη μέχρι τώρα. Δημόσια, ιδιωτικά σε φιλικά πρόσωπα και παρέες, ακόμα και μόνος μου κάποιες φορές συνομιλώ μαζί του. Μια λοιπόν ακόμα δεν βλάπτει, αρκεί να μην είναι ανιαρή. Η σχέση μας χρονολογείται από τα μέσα περίπου της –μυθικής πια– δεκαετίας του 1980. Δεν μπορώ να θυμηθώ αν ο ποιητής συμπεριλαμβανόταν στα σχολικά εγχειρίδια κείνης της εποχής. Κατά πάσα πιθανότητα ναι ως ένας χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του νεορομαντισμού, τότε, στη χώρα μας.

Για να μην είμαι απόλυτος λοιπόν, ακόμα κι αν είχα διδαχτεί κάποιο ποίημά του, στο Γυμνάσιο ή στο Λύκειο, αυτό θα ήταν ασφαλώς ένα από εκείνα τα γλυκερά και πολύ ανυπόφορα, όπου περισσεύουν τα επίθετα και λοιπά καλολογικά στοιχεία, τα υποκοριστικά και τα συναισθήματα ξεχειλίζουν τόσο πολύ ώστε, αντί να σε παρασύρουν με ακρίβεια στην ορμή τους, σε αποδιώχνουν. Απολύτως τίποτα δεν μου έμεινε. Άλλοι καιροί, άλλοι οι τρόποι της ποίησης τότε, όπως και τώρα. Η ποίηση βέβαια είναι Ποίηση, ανεξαρτήτως καιρού και παρά τους εκάστοτε τρόπους της. Το ζήτημα είναι να την πιάσεις. Αν και άυλη, μπορεί να γίνει χειροπιαστή. Read more

Ο πατέρας μου φεύγει κάθε πρωί, Jesús Lizano | μτφρ. Αναστασία Ονουφρίου

lizano

Ο πατέρας μου φεύγει κάθε πρωί
όταν εγώ ακόμη κοιμάμαι
Πάει στο εργοστάσιο.
Εκεί συναντιέται με πολλούς άντρες
και δουλεύει.
Δουλεύει όλη μέρα.
Τρώνε στο ίδιο εργοστάσιο.
Για να ξεκινήσουν τη δουλειά
μια σειρήνα ηχεί
στους εργάτες,
και στο τέλος της μέρας
τους καλεί ξανά ν’ αφήσουν τη δουλειά
και ν’ ανακτήσουν τις δυνάμεις ( πρέπει ξανά να τις χρησιμοποιήσουν…). Read more

Οι φρακασάνες | Γιάννης Hλ. Παππάς

saratsis_giorgis

Στη ζέστη του Αυγούστου καθόμασταν δίπλα στο κύμα στην παραλία της Άκολης στο Αίγιο. Απολαμβάναμε τη δροσιά που έφερνε το αεράκι και μπαινοβγαίναμε στη θάλασσα για ν’ αντέξουμε. Κόσμος πολύς, τα τραπέζια δίπλα δίπλα με τους λουόμενους. Πολλές φορές σου ’ρχόταν ο κώλος της αλληνής στη μούρη. Δε στεναχωριόταν βέβαια κανείς, γιατί το ωραίο πρέπει να θαυμάζεται. Τι να κάνεις όμως όταν ανάμεσα στις ωραίες και καλλίγραμμες παρουσίες κολυμπάνε και κάτι φακλάνες…

Ξαφνικά, άκουσα έναν χοντρό άντρα, γύρω στα πενήντα, να φωνάζει: «Σύκα, ωραία σύκα, φρακασάνες!» Ταλαιπωρημένος, μούσκεμα στον ιδρώτα, με βρόμικο, στραβά κουμπωμένο και σκισμένο πουκάμισο, κρατούσε στα χέρια του δυο κεσεδάκια με σύκα. Περνούσε ανάμεσα στις ξαπλώστρες και όλο έριχνε κλεφτές ματιές σε κανένα κωλαράκι ή και σε κανένα βυζάκι που ξεχώριζε από τα μαγιό καλλίγραμμων θηλυκών. Read more