Ειρήνη και Τατιάνα | Τζένιφερ Ντέρλεθ

ps
Προσθέστε λεζάντα

Με την Ειρήνη Πέρεζ-Εγγονοπούλου γνωριστήκαμε όταν ήμασταν μικρά παιδιά ακόμα, εννιά ή δέκα ετών. Οι γονείς μου ήταν από παλιά στενοί φίλοι με την μητέρα της, την Δήμητρα Εγγονοπούλου και έτσι όταν εκείνη γύρισε απ’ τη Πόλη του Μεξικού, παντρεμένη με έναν ντόπιο, τον Αμαδέο Πέρεζ, ένα κοριτσάκι στο χέρι και ένα μωρό στην φουσκωτή κοιλιά της, το σοκ ήταν μεγάλο αλλά η χαρά που την ξανάβλεπαν μετά από τόσο καιρό μεγαλύτερη. Εγκαταστάθηκαν σε ένα μικρό και όπως κατάλαβα μεγαλώνοντας, ιδιαίτερα φτωχικό διαμέρισμα στην καρδιά της Αθήνας. Η Δήμητρα μια κλασσική Ελληνίδα μάνα στην εμφάνιση και στην συμπεριφορά, είχε πάει στις Η. Π. Α για διακοπές, ένα ταξίδι που ονειρευόταν για χρόνια, όταν σε μια περιπετειώδης εξόρμηση στο Μεξικό γνώρισε τον Αμαδέο, που δούλευε εκεί ως ταξιτζής, επάγγελμα που ακολούθησε και στην Αθηνά. Ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερος από κείνη, μελαμψός, όπως όλοι οι Μεξικανοί υποθέτω, κοντός αλλά γεροδεμένος, με ένα περιποιημένο μουστάκι που παρέπεμπε σε περασμένη δεκαετία και μακριά μαλλιά πιασμένα πάντα σε κότσο. Στην αρχή μίλαγε κάτι σπαστά και μπερδεμένα αγγλικά που δεν νομίζω να καταλάβαινε ούτε η γυναίκα του αλλά με τον καιρό άρχισε να μαθαίνει ελληνικά – τα πιάνε γρήγορα ο Μεξικανός, αυτό του το δίνω – και σύντομα μπορούσε να συνεννοηθεί άνετα με τον καθένα. Θυμάμαι πως όταν με ρώτησε το όνομα μου και του απάντησα “Σιλουανός” παραξενεύτηκε τόσο που νόμιζε ότι τον κορόιδευα. Έπειτα με κοίταξε καλά – καλά, γέλασε ολόκληρος και είπε κάποια, υποθέτω, μεξικάνικη βρισιά. Να πω και το εξής: για μένα ο Αμαδέο Πέρεζ θα ναι πάντα ο τύπος που ήταν μέλος κάποιου καρτέλ στην χωρά του και το σκάσε για την Ευρώπη ή εκείνος που ερωτεύτηκε και αποφάσισε να επιστρέψει στο ίσιο δρόμο ή κάτι τέτοιο παρόμοιο τέλος πάντων. Ναι, το ξέρω, το γαμημένο το Χόλυγουντ φταίει αλλά αυτή η σκέψη δεν μου βγαίνει ποτέ απ’ το μυαλό. Πάντως την προσφώνηση του, “αμίγκο”, κάθε φορά που μου απευθυνόταν την έβρισκα απολαυστική και συνήθιζα να παίρνω ύφος ζόρικο λες και ήμουν και ‘γώ μέλος κάποιας σκοτεινής συμμορίας.

Τα χρόνια εκείνα, που τριγύριζα σχεδόν κάθε βδομάδα στο σπίτι των Πέρεζ, όταν τα θυμάμαι τα βρίσκω ανέμελα, σίγουρα ανέμελα και χαρούμενα όπως είναι λογικό, αλλά τα βρίσκω και αλλόκοτα με έναν περίεργο τρόπο, σαν να καλύπτονται από ένα μωβ πέπλο, σαν κάτι να σήμαιναν ή κάτι να προετοίμαζαν, κάτι ανεξήγητο και τραγικό. Η Ειρήνη ως παιδί ήταν μάλλον αυτό που λέμε αγοροκόριτσο, δυναμική και ανεξάντλητη όπως ο πατέρας της. Γρήγορα έδειξε την κλίση της στον αθλητισμό, αρχικά παίζοντας για ώρες ποδόσφαιρο μαζί μου στον διάδρομο του σπιτιού, στην συνεχεία περνώντας από διάφορα ομαδικά αθλήματα όπως το βόλεϋ και το μπάσκετ και στο τέλος, καταλήγοντας να κάνει πρωταθλητισμό στον στίβο. Όταν ήμουν δεκαπέντε μετακόμισα με τους δικούς μου στην Θεσσαλονίκη. Ήταν μια κίνηση που μου άλλαξε την ζωή αν και δεν της έδωσα τη σημασία που έπρεπε όταν συνέβη. Το μέρος οπού ένας νέος θα περάσει την εφηβεία του, είναι αν μη τι άλλο μεγάλη υπόθεση. Το κάλο είναι ότι γρήγορα προσαρμόστηκα στα νέα δεδομένα, απέκτησα φιλίες που κρατάω ως σήμερα, γνώρισα όλες τις πτυχές της ζωής ενός ολοκληρωμένου άντρα ‘νταξει, ίσως να το παράκανα με την μαριχουάνα αλλά νομίζω πως πάντα είχα τον έλεγχο – και το κυριότερο ανακάλυψα την αγάπη μου για την λογοτεχνία και ειδικότερα για την ποίηση. Διάβαζα πολύ, έγραφα πολύ, έκανα παρέα με άλλους νέους ποιητές, η καθημερινότητα μου ήταν όσο μποέμ ήθελα να ναι και όλο αυτό το απολάμβανα αληθινά, απολάμβανα την ζωή μου αληθινά, ένιωθα να κρατώ τον ταύρο απ’ τα κέρατα, όχι πολύ σφιχτά βέβαια, ανά πάσα στιγμή ο ταύρος θα μπορούσε να ξεφύγει και να κάνει θρύψαλα τα πάντα, αλλά για την ώρα τον κράταγα και αυτό μετρούσε. Με την Ειρήνη μιλούσαμε απ’ το τηλέφωνο τουλάχιστον μια φορά την βδομάδα, συνήθως τα βραδιά. Μου διηγιόταν διάφορες ιστορίες απ’ το λύκειο, τις επιδόσεις της στο τρέξιμο, τις ερωτικές απογοητεύσεις και κυρίως επιτυχίες που είχε. Ήταν όμορφη κοπέλα η Ειρήνη. Μελαχρινή, με πράσινα ματιά, λεπτά χείλη και μια ίσια αρχαιοελληνική μύτη, συνδύαζε την αγριάδα και τα χρώματα του Μεξικού με την αρχοντική δροσιά της Μεσογείου. Εγώ πάντως, ποτέ δεν θα μπορούσα να την δω με άλλο μάτι, για μένα ήταν κάτι σαν αδερφή ή ξαδέρφη αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι ώρες – ώρες διέσχιζαν σαν διάβολοι το μυαλό μου διάφοροι πειρασμοί που όμως, εύκολα τους αντιμετώπιζα, λογικές καταστάσεις για έναν έφηβο που το αίμα του βράζει. Και έτσι περνούσε ο καιρός με μένα να διαβάζω Μποντλέρ και Νερούδα αντί για τα μαθήματα μου και με μένα να γράφω κάτι μακροσκελή ποιήματα που πλέον τα βρίσκω απαίσια. Στην αρχή τα διάβαζα στην Ειρήνη απ’ το τηλέφωνο αλλά αυτή πάντα παγερά αδιάφορη απέναντι στην λογοτεχνία, τα επιδοκίμαζε με κοινότυπες, βαριεστημένες εκφράσεις απλά επειδή δεν ήθελε να μου πει πόσο χέστηκε για τους στίχους μου. Έτσι και ‘γώ σταμάτησα να αναφέρω το οτιδήποτε για το συγγραφικό μου έργο και αν καμιά φορά τύχαινε να με ρωτήσει πως πάει, της απαντούσα καλά, μια χαρά και άλλαζα θέμα.

Read more

Last night in Vienna | Ηλίας Κουρκούτας

kourk

Τελευταία νύχτα στη Βιέννη,
Μπαρ Xeno,
πίσω από το Beograd hotel,
Schleifmühlgasse 21 και γωνία Operngasse,
δύο βήματα από την Karlplatz,
30 χρόνια, 30 Jhare

Τελευταία νύχτα στη Βιέννη,
χαμηλά φώτα, μουσικές στον αέρα,
ποτά που πηγαινόρχονται,
λόγια που ανταλλάσσονται,
ζωές που συναντιούνται στο παρά κάτι,
μπύρα άφθονη,
κουβέντες χύνονται στο πάτωμα,
αναμνήσεις ρευστές
που δεν μπορώ να κρατήσω στα χέρια μου

Κόκκινοι τοίχοι
πλακάκια ανάγλυφα και γκράφιτι,
τατουάζ στο σώμα
και στις ψυχές,
αποσπάσματα ζωής, αποσπάσματα ανθρώπων,
κομμάτια κορμιά,
κοιμισμένες πολυθρόνες,
όλοι ένα και ο καθένας στην παράλληλο του

Μπαρ Xeno, Βιέννη,
τελευταία νύχτα,
30 χρόνια τελειώνουν,
ο Τάσος γύρισε Ελλάδα,
ο Gunter χάθηκε από καιρό,
τη Hanna δεν τη θυμάται πλέον κανείς,
και ο Mauro ξεπλένει τα ποτήρια,
όνειρα που είχαν απομείνει στο νεροχύτη

“As tears go by”,
“I can’t get satisfaction”,
“I’m sailing”,
κομμάτια μιας άλλης εποχής,
κομμάτια ανθρώπων που κρέμονται από τα σκαμπό,
που γραπώνονται στο μπαρ,
και δεν λέει να φύγουν,
και δεν λέει να πέσουν

30 χρόνια αναμνήσεις,
30 όνειρα πικρά
παράπλευρές απώλειες,
χωρίς ειδήσεις

Βιέννη, τελευταία νύχτα,
Κάρεν, δεν μπορώ να σε πετύχω,
δεν μπορώ πλέον να σε ονειρευτώ,
δεν σε είχα ποτέ μου,
είναι σαν πόλεμο που έχασα,
χωρίς να γνωρίσω τον εχθρό,

Κάρεν, που είσαι;
30 χρόνια,
30 γενιές και όνειρα περπατημένα
στα 2-3 σοκάκια, στα ανατολίτικα καφέ,
παράπλευρες απώλειες
χωρίς αίμα, χωρίς ειδήσεις

Ο Τούρκος απέναντι, κλείνει το μαγαζί,
πετάει στα σκυλιά τα απομεινάρια του κεμπάπ,
Όχι δεν μπορεί να είναι γραφτό,
δεν μπορεί να είναι συμβολικό,
οι ζωές μας στα απόνερα των δρόμων της Βιέννης
Schleifmühlgasse και γωνία Operngasse,
πίσω από το Beograd hotel,
δυό βήματα από την Marx platz

Μεταμορφώσεις | Χρύσα Παπαδημητρίου

bambola

Η κούκλα

Άδειασα το αίμα στο πιάτο
στρίμωξα τα όνειρά ανάμεσα
στ’ απλωμένα εσώρουχα
κι ύστερα πέταξα τα παιδιά μας
σε νικελένιο σκουπιδοτενεκέ
οι ωοθήκες μου δυο μαραμένες τουλίπες
μαυσωλείο μουμιοποιημένων αυγών
μια κούκλα έμεινε από μένα
τα γυάλινα μάτια μου ακόμα
σε κοιτάζουν μ’ απορία
πιάσε εκείνο το μπρούτζινο μαχαιράκι
απ’ το συρτάρι της κουζίνας κι άνοιξέ με
άνοιξέ με στα δυο
να ξεχυθεί από μέσα η γκρίζα έρημος
θρύμματα οστών αφιερώνω στον άνεμο
πάντοτε με έγλυφε φιλότεχνα στο πρόσωπο
να βαθαίνουν ανέκκλητα οι γραμμές του πόνου
να παγώνει η υποψία του ατίθασου χαμόγελου
άνοιξέ με στα δυο
να ξετρυπώσει λιγάκι φως
απ’ τον εβένινο χείμαρρο του αίματός μου

***

Το μπλε καλώδιο

Καθισμένη στη μούχλα του καναπέ
αφήνομαι στην αστρική χαύνωση
οι τάβλες στο πάτωμα γκρεμός
με πόδια ανθήρες σπέρνω γύρη
αγνάντια ντιν νταν οι καμπάνες
συρματόπλεγμα ο χτύπος αγκυλώνει
παραλήρημα η νύχτα πικρό
διαχέεται απ’ τη μισάνοιχτη ντουλάπα
σε τοίχους και ταβάνια σελαγίζει
το μπλε καλώδιο είναι αληθινό
ή του κελιού απότοκο
τα έπιπλα διηνεκώς σκονίζει η απορία
πλην γυρεύω μια κινούμενη άμμο απόψε
απ’ τις τρομακτικές παλάμες σου να με γλιτώσει

***

Μεταμόρφωση

Στον τροπικό του Καρκίνου μεταμορφώνομαι
μετράω τις πλευρές του τριγώνου
ενώνω γωνίες και βγαίνουν άπειρες
σ’ ένα σπασμένο πλήκτρο σκαλώνειη σκέψη
η pasdebasque σε arabesque υποκύπτει
συνταγή για φρικτούς πόνους
και η πλοκή μπερδεύεται
ακόμα μια υπόθεση του Χάρι Χόλε
ο κομήτης του όγκου τρέχει
ζωγραφίζει γαλαξίες με αποκαΐδια
απ’ το μαύρο μου παλτό κατακρημνίζονται φύλλα
ανυποψίαστοι περαστικοίπερπατούν
και κριτσανίζει η θλίψη μου
το στέρνο θρυμματίστηκε
πλέξτε τώρα τον οίκτο σας στεφάνι
κρατήστε το με μαύρα νύχια
και στέψτε με νικητή
πάνω απ’ τα χάσκοντα στόματά σας
αυτούς τους ανελέητους γκρεμούς ανοησίας

Sara Teasdale, 8 σονέτα κι ένα τραγούδι για την Eleonora Duse | μτφρ. Ασημίνα Λαμπράκου

024-HPDuse-Quirinale-e1352108215496

To Eleonora Duse I

Oh beauty that is filled so full of tears,
Where every passing anguish left its trace,
I pray you grant to me this depth of grace:
That I may see before it disappears,
Blown through the gateway of our hopes and fears
To death’s insatiable last embrace,
The glory and the sadness of your face,
Its longing unappeased through all the years.

No bitterness beneath your sorrow clings;
Within the wild dark falling of your hair
There lies a strength that ever soars and sings;
Your mouth’s mute weariness is not despair.
Perhaps among us craven earth-born things
God loves its silence better than a prayer.

***

Ω τόσο γεμάτη των δακρύων πλήρης ομορφιά,
Όπου το ίχνος της άφησε καθ’ αγωνία περαστική,
Το βάθος αυτό της χάρης προσεύχομαι να μου δοθεί:
Έτσι που, προτού εκείνο ξοδευτεί, ν’ αξιωθεί η ματιά
Μέσ’ απ’ των ελπίδων και των φόβων μας τη πύλη φυσημένη
Στου θανάτου τ’ άπληστο τ’ αγκάλιασμα το τελευταίο,
Του προσώπου σου τη θλίψη και το κλέος το μοιραίο
Μέσ’ απ’ όλα τα χρόνια αυτά τη λαχτάρα να κρατάει αναμμένη.

Κάτω απ’ τη θλίψη σου καμιά πικρία δεν κολλάει
Μέσ’ απ’ τον καταρράκτη των μαλλιών σου τον άγριο τον σκοτεινό
Μια δύναμη απλώνεται εκεί που κάποτε ανεμοπορεί και τραγουδάει
Απόγνωση δε γράφει του στόματός σου το κουρασμένο το βουβό.
Δειλά ίσως, ανάμεσα σε μας, η γη τις υποθέσεις της γεννάει
Που τη σιωπή τους πιότερο ο Θεός αγαπά απ’ το παρακαλετό.

***

To Eleonora Duse II

Your beauty lives in mystic melodies,
And all the light about you breathes a song.
Your voice awakes the dreaming airs that throng
Within our music-haunted memories.
The sirens’ strain that sank within the seas
When men forgot to listen, floats along
Your voice’s undercurrent soft and strong.

Sicilian shepherds pipe beneath the trees;
Along the purple hills of drifted sand,
A lone Egyptian plays an ancient flute;
At dawn the Memnon gives his old salute
Beside the Nile, by desert breezes fanned.
The music faints about you as you stand,
And with the Orphean lay it trembles mute.

***

Σε μελωδίες μυστικές η ομορφιά σου ζει,
Κι όλο το φως για σένα ένα τραγούδι ανασαίνει.
Τους ανέμους π’ ονειρεύονται η φωνή σου ανασταίνει,
Που, με τη μουσική, αναμνήσεις φαγωμένες πλημμύρισαν μαζί.
Γενιές σειρήνων στις θάλασσες μέσα βυθισμένες
Όταν ξέχασαν οι άνθρωποι ν’ ακούνε, έφυγαν μακριά
Απ’ της φωνής σου το υπόγειο ρεύμα, μαλακά και δυνατά.

Κάτ’ από το δέντρο τραγουδούν Σικελοί ποιμένες
Εμπρός από λόφους βιολετί άμμου πούχει παρασυρθεί,
Κάποιος Αιγύπτιος μοναχικός, ένα φλάουτο παίζει παλιό
Ο Μέμνων την αυγή δίνει τον παλιό του το χαιρετισμό
Δίπλα στον Νείλο, με την αύρα που λιποτάκτησε κι έχει τονωθεί.
Όπως στέκεσαι, η μουσική για σε λιγοθυμεί
Και με την ωδή την Ορφική, απλώνει τρέμισμα βουβό.

***

To Eleonora Duse In “The Dead City”

Were you a Greek when all the world was young,
Before the weary years that pass and pass,
Had scattered all the temples on the grass,
Before the moss to marble columns clung?
I think your snowy tunic must have hung
As now your gown does — wave on wave a mass
Of woven water. As within a glass
I see your face when Homer’s tales were sung.
Alcaeus kissed your mouth and found it sweet,
And Sappho’s hand has lingered in your hand.
You half remember Lesbos as you stand
Where all the times and countries mix and meet,
And lay your weight of beauty at our feet,
A garland gathered in a distant land.

***

Όταν ο κόσμος όλος ήταν νέος, υπήρξες μια Ελληνίδα εσύ,
Πριν τα χρόνια που περνούν και φεύγουν κουρασμένα,
Τα τέμπλα όλα στο χορτάρι ρίξουν σκορπισμένα,
Προτού το βρύο, στις κολώνες τις μαρμάρινες πάνω κολληθεί;
Ο χιονόλευκος σκέφτομαι χιτώνας σου έπρεπε νάχει στολισθεί
Όπως το φόρεμά σου τώρα είναι – κύμα σε κυματισμό
Μια μάζα νερού υφασμένη. Σαν μέσα από καθρεφτισμό
Το πρόσωπό σου βλέπω όταν έχουν του Ομήρου οι ιστορίες υμνηθεί.
Φίλησ’ ο Αλκαίος το στόμα σου και τόβρε γλυκό,
Της Σαπφούς το χέρι στη δική σου χούφτα αργοπορεί.
Τη Λέσβο μισοθυμάσαι καθώς εκεί έχεις σταθεί
Όπου όλες μπλέκονται οι εποχές κι οι χώρες έχουν μερτικό,
Και στα πόδια μας απλώνουν της ομορφιάς σου το συμφερτικό,
Ένας στέφανος αποκτημένος σε χώρα μακρινή.

***

To A Picture Of Eleonora Duse In “The Dead City” (I)

Your face is set against a fervent sky,
Before the thirsty hills that sevenfold
Return the sun’s hot glory, gold on gold,
Where Agamemnon and Cassandra lie.
Your eyes are blind whose light shall never die,
And all the tears the closed eyelids hold,
And all the longing that the eyes have told,
Is gathered in the lips that make no cry.
Yea, like a flower within a desert place,
Whose petals fold and fade for lack of rain,
Are these, your eyes, where joy of sight was slain,
And in the silence of your lifted face,
The cloud is rent that hides a sleeping race,
And vanished Grecian beauty lives again.

***

Σ’ ουρανό διάπυρο, το πρόσωπό σου ταιριασμένο,
Πριν απ’ τους λόφους που δίψασαν, χρυσό σε χρυσό
Του ήλιου εφταπλάσιο γυρνούν, το φέγγος το λαμπρό,
Εκεί π’ Αγαμέμνων και η Κασσάνδρα κορμί έχουν ξαπλωμένο.
Πρόσχημα είν’ τα μάτια σου που το φως τους ποτέ δεν (θα) τελειωθεί,
Και τα δάκρυα όλα που απ’ τα κλειστά βλέφαρα κρατήθηκαν,
Κι οι λαχτάρες που, απ’ τα μάτια όλες, μιλήθηκαν,
Στα χείλη μαζεύτηκαν π’ αδάκρυτα έχουν σφαλιστεί.
Ναι, σαν άνθος σ’ έρημο γη,
Εκείνου που διπλωμένα τα πέταλα, απ’ τη βροχή, μαράθηκαν, μακριά,
Ειν’ αυτά, τα μάτια τα δικά σου, που άφαντη έχει συντριβεί η χαρά,
Και στου προσώπου σου τ’ ανασηκωμένου τη σιωπή,
Το σύννεφο ξεχώρισε που μι’ αποκοιμισμένη γενιά έχει κρυφτεί,
Κι η εξαφανισμένη η ομορφιά η ελληνική ζωντανή είναι ξανά.

***

To A Picture Of Eleonora Duse In “The Dead City” (II)

Carved in the silence by the hand of Pain,
And made more perfect by the gift of Peace,
Than if Delight had bid your sorrow cease,
And brought the dawn to where the dark has lain,
And set a smile upon your lips again;
Oh strong and noble! Tho’ your woes increase,
The gods shall hear no crying for release,
Nor see the tremble that your lips restrain.
Alone as all the chosen are alone,
Yet one with all the beauty of the past;
A sister to the noblest that we know,
The Venus carved in Melos long ago,
Yea, speak to her, and at your lightest tone,
Her lips will part and words will come at last.

***

Απ’ του Πόνου το χέρι σμιλεμένη στη σιωπή,
Κι απ’ της Γαλήνης το δώρο, πιο τέλεια φτιαγμένη,
Παρά αν η λύπη σου ήταν σε φυγή, απ’ την Απόλαυση σπρωγμένη,
Κι είχε την Αυγή φέρει, όπου σκότος σκορπίστηκε βαθύ,
Κι ένα χαμόγελο στα χείλη σου πάλι πάνω βαλμένο
Ω δυνατό και θαυμαστό! Παρά που οι δικές σου αυξάνουν συμφορές,
Γι’ απαλλαγή, οι θεοί δικές σου δε θ’ ακούσουν οιμωγές,
Μηδέ το τρέμουλο θα ιδούνε απ’ των χειλιών σου το συγκρατημένο.
Μόνη, όπως μόνοι είν’ όλοι οι εκλεκτοί,
Ακόμη μια, μ’ όλη του παρελθόντος την ομορφιά
Μι’ αδελφή εκείνου του πιο γνώριμου ευγενικού,
Η Αφροδίτη στη Μήλο σμιλεμένη προ πολλού,
Ναι, μίλησε σ’ αυτή, με τον τόνο σου τον πιο ελαφρύ,
Τα χείλη της θ’ ανοιχτούν, νάρθουνε λέξεις τελικά.

***

To a Picture of Eleonora Duse as “Francesca da Rimini”

Oh flower-sweet face and bended flower-like head!
Oh violet whose purple cannot pale,
Or forest fragrance ever faint or fail,
Or breath and beauty pass among the dead!
Yea, very truly has the poet said,
No mist of years or might of death avail
To darken beauty — brighter thro’ the veil
We see the glimmer of its-wings outspread.
Oh face embowered and shadowed by thy hair,
Some lotus blossom on a darkened stream!
If ever I have pictured in a dream
My guardian angel, she is like to this,
Her eyes know joy, yet sorrow lingers there,
And on her lips the shadow of a kiss.

***

Ω πρόσωπο εσύ σαν άνθος γλυκό και σαν κεφάλι- άνθος λυγισμένο!
Ω βιολέτα που το πορφυρό σου δεν χλωμαίνει,
Ή δάσους άρωμα εξαντλημένο καμμιά φορά ή που φτωχαίνει,
Ή κάλλος κι ανάσα σε νεκρούς ανάμεσα περασμένο!
Ναι, μ’ ακρίβεια πολλή έχει ο ποιητής πει,
Κανένα των χρόνων θάμπωμα ή του θανάτου σθένος
Την σκοτεινή ομορφιά ωφελεί – λαμπρότερο μέσ’ από το βέλος
Το φέγγος βλέπουμε των απλωμένων του φτερών εκεί.
Ω πρόσωπο δεντρόστεγο και των μαλλιών σου σκιασμένο,
Κάποιοι ανθούν λωτοί στο σκοτεινιασμένο ποταμάκι!
Αν ποτέ σ’ ένα όνειρο το φύλακα μου αγγελάκι
Είχα εικονίσει, σαν κι αυτό εκείνη όμοια είναι,
Τα μάτια της γνωρίζουν ευτυχία, ακόμη τ’ άλγος είν’ εκεί αργοπορημένο,
Κι η σκιά ενός φιλιού στα χείλη της επάνω κείται.

***

To a Picture of Eleanor Duse

Was ever any face like this before —
So light a veiling for the soul within,
So pure and yet so pitiful for sin?
They say the soul will pass the Heavy Door,
And yearning upward, learn creation’s lore —
The body buried ‘neath the earthly din.
But thine shall live forever, it hath been
So near the soul, and shall be evermore.
Oh eyes that see so far thro’ misted tears,
Oh Death, behold, these eyes can never die!
Yea, tho’ your kiss shall rob these lips of breath,
Their faint, sad smile will still elude thee, Death.
Behold the perfect flower this neck uprears,
And bow thy head and pass the wonder by.

***

Υπήρξε ποτέ πρόσωπο άλλο σαν κι αυτό πριν –
Ένα τουλπάνι για τη μέσα ψυχή τόσο φωτεινό, όσο
Αγνό κι ακόμη αξιοθρήνητο για το κρίμα, τόσο;
Τη Βαριά Πόρτα λένε, θα περάσει η ψυχή,
Και με λαχτάρα περισσή, τη γνώση θα πάρει από δημιουργία –
Κάτω από το γήινο θάφτηκε με κρότο το κορμί.
Μα για πάντα το δικό σου, τόσο κοντά θα ζει
Γιατ’ είχε στη ψυχή κοντά υπάρξει, κι εκεί θα κείται αιωνία.
Ω μάτια που μέσ’ απ΄την ομίχλη των δακρύων βλέπετε μακριά,
Ω Θάνατε, πρόσεχε!, ποτέ τα μάτια αυτά δε θα πεθάνουν!
Ναι, παρότι το φιλί σου την ανάσα θα κλέψει απ’ τα χείλη αυτά,
Τ’ αδύναμο, θλιμμένο χαμόγελό τους Θάνατε, ακόμη θα σου ξεγλιστρά!
Το άνθος αυτό το τέλειο κοίτα, ο λαιμός του σηκώνεται ψηλά
Και την κεφαλή γέρνει και το θαύμα μακριά αφήνει να το πάρουν.

***

To A Picture Of Eleonora Duse With The Greek Fire, In “Francesca da Rimini”

Francesca’s life that was a limpid flame
Agleam against the shimmer of a sword,
Which falling, quenched the flame in blood outpoured
To free the house of Rimino from shame —
Francesca’s death that blazed aloft her name
In guilty fadeless glory, hurling toward
The windy darkness where the tempest roared,
Her spirit burdened by the weight of blame —

Francesca’s life and death are mirrored here
Forever, on the face of her who stands
Illumined and intent beside the blaze,
Grown one with it, and reading without fear
That they shall fare upon the selfsame ways,
Plucked forth and cast away by bloody hands.

***

Της Φραντζέσκα η ζωή ένα πάθος ήταν καθαρό
Μια λάμψη στου σπαθιού πάνω τη μαρμαρυγή,
Που, πέφτοντας, το πάθος έσβησε τ’ αίματος πούχε χυθεί
Του Ρίμινο να ελευθερώσει απ’ τη ντροπή, το σπιτικό —
Της Φρανζέσκα ο θάνατος που τ’ όνομά της στιγμάτισε εντόνως
Μ’ αξεθώριαστο μεγαλείο ενοχικό, ενάντια ρίχνοντας μ’ ορμή
Στη θορυβώδη σκοτεινιά, στης θύελλας μέσα την άγρια φωνή,
Το πνεύμα της φορτωμένο τη σπουδαιότητα που ’χει ο ψόγος—

Της Φρανζέσκα καθρεφτίζοντ’ εδώ, η ζωή και το τέλος
Για πάντα, στο πρόσωπό της που υπομένει
Φωτισμένο, στη φλόγα κοντά διακαώς,
Μεγαλωμένος κάποιος μ’ αυτό, και διαβάζοντας χωρίς δέος
Πως θα ταξιδεύουν με τρόπους ίδιους ακριβώς,
Προς τα έξω γενναίοι κι από χέρια άτιμα, αποβλημένοι.

***

A Song to Eleonora Duse in “Francesca da Rimini”

Oh would I were the roses, that lie against her hands,
The heavy burning roses she touches as she stands!

Dear hands that hold the roses, where mine would love to be,
Oh leave, oh leave the roses, and hold the hands of me!

She draws the heart from out them, she draws away their breath,—
Oh would that I might perish and find so sweet a death!

***

Ω ας ήμουν τα ρόδα, στα χέρια της μέσα απλωμένα,
Τα βαθυπύρινα ρόδα καθώς στέκεται, από ’κείνη αγγιγμένα!

Χέρια που τα τριαντάφυλλα κρατούν, αγαπημένα, όπου η δική μου έπρεπε αγάπη να βρεθεί,
Ω φύγετε, ω τα ρόδα εγκαταλείψτε, και απ’ τα δικά μου χέρια ας κρατηθεί!

Την καρδιά από ’κείνα αφαιρεί, σύρει την ανάσα τους μακριά,-
Ω ας ήταν να φθαρώ και μια θανή να βρω έτσι γλυκιά!


Η Ελεονώρα Ντούζε (Eleonora Duse, 1858-1924) υπήρξε μεγάλη Ιταλίδα ντίβα του θεάτρου, μούσα και ερωμένη του Ντ’ Ανούντσιο και ιδανική ερμηνεύτρια έργων του Σαίξπηρ, του Δουμά υιού και του Ίψεν. Στο «Ntουέντε» ο Λόρκα αναφερόμενος στην Ντούζε, γράφει: Τέτοια ήταν η περίπτωση της ένθεης Ελεονόρας Ντούζε / που ερμηνεύοντας αποτυχημένα έργα τα έκανε να / θριαμβεύσουν, χάρη σ’ εκείνο το οποίον η ίδια επινοούσε [Φ.Γ.Λόρκα, Ντουέντε, σελ. 39, εκδ. Γαβριηλίδης. μτφρ. Γ. Γεωργούσης].

Sara Teasdale, Αμερικανίδα λυρική ποιήτρια. Γεννήθηκε στο Σεντ Λούις του Μιζούρι τον Αύγουστο του 1884. Σαν παιδί παρουσίασε ιδιαίτερα ευαίσθητη υγεία. Το πρώτο της ποίημα δημοσιεύτηκε στην Reedy’s Mirror το 1907 και την ίδια χρονιά εκδόθηκε η συλλογή της: Sonnets to Duse and Other Poems. Ανάμεσα σε διάφορα φλερτ επέλεξε να παντρευτεί τον Ernst Filsinger το 1914 του οποίου η επιχειρηματική δραστηριότητα προκάλεσε στην Sara Teasdale έντονο αίσθημα μοναξιάς. Έτσι το 1929 αποφάσισε και έβαλε σε εφαρμογή το διαζύγιο μέσω των δικηγόρων της. Μετά το διαζύγιο αναζωπύρωσε τη φιλία της με τον ποιητή Vachel Lindsay, ο οποίος ήταν πλέον παντρεμένος με παιδιά. Το 1918 η Teasdale κέρδισε το βραβείο Pulitzer για τη συλλογή της Love Songs. Το έργο της χαρακτηρίζεται από απλότητα και σαφήνεια, πάθος και ρομαντισμό. Αποδυναμωμένη οργανικά και πνευματικά μετά από μια δύσκολη περίοδο με πνευμονία, η Teasdale αυτοκτόνησε στις 29 Ιανουαρίου 1933, με υπερβολική δόση βαρβιτουρικών. Η τελευταία συλλογή της, Strange Victory εμφανίστηκε μετά θάνατον το ίδιο έτος. Ο Lindsay πέθανε αυτοκτονώντας κι ο ίδιος δύο χρόνια νωρίτερα. Η Sara Teasdale είναι ενταφιασμένη στο Νεκροταφείο Bellefontaine στο Σεντ Λούις. Άλλα έργα της: Helen of Troy, and Other Poems (1911), Rivers to the Sea (1915), Flame and Shadow(1920), Dark of the Moon (1926), and Stars To-night (1930).

James Tate, 2 ποιήματα | μτφρ. Σοφία Γιοβάνογλου

3630-02-34-46-7860

Στο σχοινί για το άπλωμα

Η Μίλλυ ήταν στην πίσω αυλή απλώνοντας
τα ρούχα. Την παρακολουθούσα απ’ το παράθυρο
της κουζίνας. Γιατί αυτό να με ευχαριστεί τόσο πολύ;
Γιατί την αγαπώ με χίλιους τρόπους, και γιατί
αγαπάω την ιδέα της καθαρής μπουγάδας που την χτυπάει
ο άνεμος. Είναι διαχρονική, μια νέα αρχή, μια
υπόσχεση για το αύριο. Μανταλάκια! Θεέ μου, αγαπώ
τα μανταλάκια. Θα ’πρεπε να κρατάμε αποθέματα απ’ αυτά.
Κάποτε, μπορεί να σταματήσουν να τα φτιάχνουν, κι ύστερα τι;
Αν ήμουνα ζωγράφος, θα ζωγράφιζα τη Μίλλυ να απλώνει
την μπουγάδα. Αυτός θα ήταν ένας πίνακας να
σε γεμίζει μ’ ευτυχία, και να σου σπάει την καρδιά.
Ποτέ δεν ήξερες τι είχε στο μυαλό της, μεγάλες
σκέψεις, μικρές σκέψεις, καμία σκέψη. Έβλεπε
το γεράκι που έκανε κύκλους από πάνω της; Μισούσε
το ν’ απλώνει ρούχα; Σκόπευε να το σκάσει
με κανέναν ναύτη; Φούσκωναν τα σεντόνια σαν πανιά
επάνω σε αρχαίο σκάφος, οι κάλτσες ένευαν αντίο.
Μίλλυ, ω Μίλλυ, με θυμάσαι; Ο άντρας που ταξίδευε
με υφασμάτινες πετσέτες και σ’ αγαπούσε
μέσα στη μεγάλη καταιγίδα.

***

At the Clothesline

Millie was in the backyard hanging the
laundry. I was watching her from the kitchen
window. Why does this give me so much pleasure?
Because I love her in a million ways, and because
I love the idea of clean laundry flapping in
the wind. It’s timeless, a new beginning, a
promise of tomorrow. Clothespins! God, I love
clothespins. We should stock up on them. Some
day they may stop making them, and then what?
If I were a painter, I would paint Millie hanging
the laundry. That would be a painting that
would make you happy, and break your heart.
You would never know what was in her mind, big
thoughts, little thoughts, no thoughts. Did she
see the hawk circling overhead? Did she
hate hanging laundry? Was she going to run away
with a sailor? The sheets billowing like sails
on an ancient skiff, the socks waving goodbye.
Millie, O Millie, do you remember me? The man
who traveled with cloth napkins and loved you
in the great storm.

***

Η Αναζήτηση Χαμένων Ζωών

Κυνηγούσα εκείνη τη γαλάζια πεταλούδα κάτω
στο δρόμο όταν ένα αυτοκίνητο πέρασε και με χτύπησε.
Δεν ήταν κάτι σοβαρό, αλλά με θύμωσε και
πισωγύρισα και καταράστηκα τον οδηγό που ούτε
καν κατέβασε ταχύτητα να δει αν είχα πληγωθεί. Γύρισα
τότε πάλι προς την πεταλούδα που δεν φαινόταν
πουθενά. Ένα από τα κορίτσια των Ντάμπουλντέι
ανέβηκε τον δρόμο με το κανίς το παιχνιδάκι
της τρέχοντας προς τα μένα. Τη σταμάτησα και
ρώτησα, «Είδες καμιά γαλάζια πεταλούδα εδώ γύρω;»
“Είναι κάτω κοντά στο δέντρο της σημύδας, κοντά στου Παππού,» είπε.
«Ευχαριστώ», της είπα και πήγα βιαστικά
στο δέντρο. Πετάριζε από λουλούδι σε λουλούδι
μες στον τεράστιο κήπο του κυρίου Ντάμπουλντέι,
μια ουράνια γαλαζότητα που μαλακώνει την ταλαίπωρη καρδιά.
Δεν ήξερα τι γύρευα εκεί. Σίγουρα δεν θα ήθελα να τη γραπώσω.
Ήταν σαν κατιτί που γνώρισα σε μια άλλη μου ζωή,
ακόμη κι αν υπήρξε μόνο σ’ ένα όνειρο, ήθελα να το βεβαιώσω.
Ήμουν ένας τυφλός ζητιάνος στις γειτονιές της Κόρδοβας
όταν την πρωτοείδα, και τώρα, πάλι, αυτή ήταν εδώ.

***

The Search for Lost Lives

I was chasing this blue butterfly down
the road when a car came by and clipped me.
It was nothing serious, but it angered me and
I turned around and cursed the driver who didn’t
even slow down to see if I was hurt. Then I
returned my attention to the butterfly which
was nowhere to be seen. One of the Doubleday
girls came running up the street with her toy
poodle toward me. I stopped her and asked,
«Have you seen a blue butterfly around here?»
«It’s down near that birch tree near Grandpa’s,»
she said. «Thanks,» I said, and walked briskly
toward the tree. It was fluttering from flower
to flower in Mr. Doubleday’s extensive garden,
a celestial blueness to soothe the weary heart.
I didn’t know what I was doing there. I certain-
ly didn’t want to capture it. It was like
something I had known in another life, even if
it was only in a dream, I wanted to confirm it.
I was a blind beggar on the streets of Cordoba
when I first saw it, and now, again it was here.


James Tate: Αμερικανός ποιητής, γεννημένος στις 8 Δεκεμβρίου του 1943 στο Κάνσας Σίτυ του Μιζούρι. Ο πατέρας του ήταν πιλότος και είχε σκοτωθεί τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ο James ήταν μόλις πέντε μηνών. Διακρίθηκε ήδη από την έκδοση της πρωτόλειάς του ποιητικής συλλογής. Εξέδωσε πάνω από δώδεκα άλλες συλλογές, όπως και πεζογραφήματα. Διακρίθηκε και βραβεύθηκε παραπάνω από μία φορές. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης, στο Άμχερστ, μέχρι τον θάνατό του, στις 8 Ιουλίου του 2015.

Πηγές: https://silverbirchpress.wordpress.com/2014/03/28/at-the-clothesline-poem-by-james-tate/
https://www.poetryfoundation.org/poems-and-poets/poems/detail/52429
https://www.poets.org/poetsorg/poet/james-tate