nlek

Είπα να το χοντρύνω το παιχνίδι, ίσως γιατί χάνω βάρος και μου λείπει η εποχή της αθλιότητας. Χοντρός και καταθλιπτικός. Γιατί πάρα τους ψυχολογικούς αιώνες μου, τον τελευταίο καιρό μου έχει γυαλίσει ένα πιτσιρίκι, ετών 24. Κορμοστασιά, προφίλ, φωνή, περπάτημα – όλα τέλεια.

Το έχω ξαναπεί: αν δεν ήμουν αυτός που είμαι, θα ήθελα να ήμουν λαϊκός αρκουδόμαγκας. Να κυκλοφορώ με αγροτικό τύπου 4×4 τίγκα στο κοκκινόχωμα, άπλυτος, άλουστος, μουστακαλής, να συχνάζω σε κακόφημα μπαρ με τζιν σορτσάκι και στην πίσω τσέπη να προβάλει το Γκανιάν της εβδομάδος (βλ. περιοδικό ιπποδρομιών, μία περιοδική έκδοση που λάτρευε -πιστεύω- και ο Σαχτούρης). Σαγιονάρα, εννοείτε χασισωμένος, καλλιεργητής κάνναβης και να βγάζω τον καημό μου σε τζόνια, πριν το μπαρμπουτάκι με ένδυση σορτσάκι και άσπρη αθλητική φανέλα.

Αντ’ αυτού, το μόνο που κατάφερα ήταν να γίνω πρεζόνι, να πίνω ουσίες και ξύδια σε παγκάκια, να με θεωρούν κουλτουριάρη και τρελό, να κάνω απόπειρες σπουδών και κάποιες αυτοκτονίας, να μην οδηγώ, να πηγαίνω με τα πόδια, αν έχω λεφτά να τροφοδοτούμαι με παγωμένες μπίρες από το περίπτερο, να μην έχω παίξει στη ζωή μου στοίχημα και να πηγαίνω -τουλάχιστον τον καλό καιρό- σε πλατείες, υπόγεια θέατρα, βιβλιοπωλεία και λοιπούς σεσημασμένους χώρους.

Να λατρεύω τον Ηλία Πετρόπουλο, που αν το πεις στον πακιστανό στην κάβα, θα φωνάξει τους μπάτσους. Κι εγώ τις ηγεσίες δεν τις πάω. Η μόνη ηγεσία που αναγνώρισα, ήταν ο έρωτας. Τουλάχιστον στην ηλικία που μπορεί να υπήρξε. Γιατί -και σε ποια ηλικία τελειώνει ο έρωτας- αρχίζει το απλά γουστάρω και προχωράμε στο αλτσχάιμερ του γεροντοέρωτα (τώρα τελευταία προσπαθώ να τον αποσαφηνίσω).

Ο έρωτας και τα τραγούδια της καψούρας. «Έρωτα μου αγιάτρευτε / και καημέ μου μεγάλε / ιστορία μου όμορφη / της ζωής μου φινάλε» τραγούδησε ο Κώστας Κόλλιας και εγώ στο πρώτο πλατωνικό έρωτα γύρω στα 16, έπεσα το ανάσκελο όταν έμαθα ότι ήτο ύπανδρος. Τρελό μπαλαντάινς και μετά ενέσεις καφεΐνης. Τότε είχα αποστηθίσει τις καραμέλες που μου έλεγε η μαμά μου. Όλες περί ηθικής και σωφρονισμένης ζωής. Τις απέρριψα μεγαλώνοντας. Αλλά η λατρεία μου είναι ο Κώστας Καφάσης.

Την αντρίκια, γεμάτη πόνο φωνή του την μισοάκουσα στα πρώτα τσιγαριλίκια. Και οφείλω να πω ότι το κάπνισμα χασίς το ’90 στα χωριά ήταν ιεροτελεστία. Η «μύηση» γινόταν πάντα από μεγαλύτερους, υποτιθέμενους άντρες που έπιαναν τα αρχίδια τους, για να τα στερεώσουν μέσα σε φαρδιά μποξεράκια και τζιν παντελόνια. Και έπαιρναν ύφος σαν να είναι η κουκλίστικη αλητόφατσα του Μιχάλη Ιατρόπουλου στις ταινίες.

Χωρισμέ, δολοφόνε χωρισμέ έλεγε ο Καφάσης στο ηχείο και εγώ μέσα από τις μαστούρες μου το άκουγα ποίημα. Και ήταν. Από χωρισμούς δεν είχα ιδέα. Ούτε και τώρα έχω. Εξ’ άλλου είναι θέμα που καίει μετά τα 50. Έχω ακόμα καιρό, αλλά δεν έχω σχέση. Ελπίζω με το τεκνό. Αλλά δεν το κόβω. Και από μπαρόβιους φίλους της νεότητας γέρος, χωρισμένος και άφραγκος – ούτε στον εχθρό μου. Από παλιά σε μια γερασμένη εφηβεία, ώρες-ώρες παλιμπαιδίζω, ξέροντας ότι είμαι χαμένος. Και μιλάω τόσο ώστε να μην έχω επαφές στο χωριό. Άφραγκος, εννοείτε, το έχω ρίξει στους λαϊκούς καημούς, έστω και από την σκοπιά του λαϊκόψυχου.

Η εφημερίς «Δημοκρατία» βάζει υπέροχα cd. Πετάς την εφημερίδα κατευθείαν στον πράσινο σκουπιδοτενεκέ, κάνοντας πρώτα μια μικρή τρύπα στην ζελατίνα για να βγει το cd, γιατί ο μπλε είναι της ανακύκλωσης και δε λέει καθόλου να ανακυκλωθεί η εμετική δεξιά (είτε Κυριάκου, είτε όχι Κυριάκου). Όσοι αρέσκονται στην tv καταλαβαίνουν. (Ζήτω ο παγκόσμιος κομμουνισμός! Που καμιά φορά είναι ισότιμος με τον παγκόσμιο κοινομουνισμό – κοινοπουτσισμό).

Γιατί ο Κώστας Καφάσης, παρόλο τις συκοφαντίες για ψάρια και λοιπά ζώα των θαλασσών, είναι το απόλυτο αρσενικό του τραγουδιού. Είπε το «Γέλα κυρία μου, γέλα μαζί μου» και ράγισαν μωσαϊκά. Δεν εξετάζω το πόσοι πέσανε από τα σκαμπό για την… πουτάνα που εξακολουθούν να την έχουν κορώνα στο κεφάλι τους. Άντρες σου λέει. Οι Γιάννηδες, οι Γιώργηδες, οι Βαγγέλιδες. Ευτυχώς γλίτωσα. Και ούτε βγαίνει να ζω καψούρα με το casta diva. Όσο και αν προσπάθησα δεν μπόρεσα να βάλω τεκαδώρους σε Ηρώδειο και Μικρή Επίδαυρο. Τσιρίδες με έρωτα μόνο στο Τρίτο επί πρωθυπουργίας Δάμαλου. Ίσως να άρεσε στην γιατρό-βρεφοκόμο.

Γιατί, όσες πουτάνες όλων των ειδών δεν ξέχασα με το ποτό, βοήθησαν τα λαϊκά και κάποια τσιγαριλίκια. Και αν αυτό ήτο ελαφρύ, οι ενέσεις ηρωίνης, ενίοτε και κοκαΐνης, έκαναν την δουλειά τους. Από σκαμπό δεν έπεσα, αλλά γκρεμίστηκαν μέσα μου τα στεγανά. Με τους λαϊκούς καημούς. Με το «Γέλα κύρια μου, γέλα μαζί μου». Μόνο μια φορά το τραγουδούσα στην καρδιολογική ΜΕΘ του Ερυθρού. Κόκκινος πάντα. Από την βαρεμάρα, κόντεψα αντάρτικα να πω το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» που πάντα με συγκινεί και το «Μες τα βαριά μεσάνυχτα» της Σωτηρίας. Πάντα νύχτα τέλος πάντων. Μάγισσα νύχτα. Με βαρβιτουρικά (που και αυτά τα έχουν συρρικνώσει τραγικά) δεν βέλαξα.

Με την διάδοση του διαδικτύου τέτοιου είδους τραγούδια υπάρχουν πολλά. Ακόμα και ολόκληροι δίσκοι. Αριστουργήματα καψούρας, για τους οπαδούς του μέσου. Αγαπημένος ο Giorgos. Έχει best πολλών. Δεσπόζει του Κώστα Καφάση. «Είναι η ώρα της φωτιάς και της φωτιάς». Να καίγεσαι από καψούρα και να σβήνεις ως παρηγοριά στον άρρωστο, στο ιντερνετικό best του Κάφαση, ουισκάκι-αφιλτράκι και τα δύο σε γενναίες ποσότητες. Απαραίτητη προϋπόθεση. Να είναι καλά ο κύριος Giorgos όπου και αν βρίσκετε, όπου και αν καταναλώνετε, γιατί πραγματικά προσφέρει. Θυμούνται οι παλιοί και μαθαίνουν οι νέοι.

Cdδικα δεν νομίζω να υπάρχουν. Τα κεντρικά και λιγότερα κεντρικά πάλαι ποτέ Metropolis έχουν αραχνιάσει τα ενοικιάζεται κι έγιναν ρουχάδικα. Από mp3 δεν σκαμπάζω Χριστό. Εξ’ άλλου να ακούς το μόριο «ακόμα ένα στην καψούρα και είσαι τέρμα» από εφαρμογή i-phone, δε λέει και το δηλώνω ευθέως. Μέχρι Λέντη σε κασέτες έχω φτάσει. Ως κάποτε προχωρημένο. Αστεία σεξουαλικού περιεχομένου. Όταν έκανα το φοιτητή στην Πάτρα. Οι παλιότεροι θυμούνται.

Τώρα για τα πιτσιρίκια πρέπει ίσως να τους εξηγήσουμε πρωτίστως τι είναι κασέτα. Και για τους υπόλοιπους να υπενθυμίσουμε τον αφορισμό του Διονύση Χαριτόπουλου σε βιβλίο για τον Ολυμπιακό Πειραιώς: «Τί να καταλάβουν αυτοί που γράφουν»;

Αλήθεια τί;

Advertisements

3 thoughts on “Ο Νίκος Λέκκας αφορμή του Κώστα Καφάση

  1. Νικολή, ο Καφάσης ήταν μεγάλη ιστορί. Μια φωνάρα, μια πίκρα στόματος κι αυτός ένα κι ένα τίποτε με ντουλαπί μαλλί και τις καμπάνες του… στα ζωντανά αν τον έβλεπες- σε κωλάδικα τραγούδαγε κυρίως τα μη »ποιοτικά» του. Έκτη Γυμνασίου, παίρνω δυο κολλητούς και πάμε σε μια Ιφιγένεια κάτι… »τραγικό» πάντως, στη Συγγρού μετά τη Στροφή, στα μέρη μου δηλαδή.
    Εμείς και δυο τραπεζάκια ακόμη κόσμος, καθημερινή βλέπεις. Λέει το »Που πουλάνε καψουρόσκονη», μας κοιτάει το ξαναλέει άλλες δυο, προς τα μένα μακράν αφού θέλεις τα αλογομούρικα , από παλιό αρρωστάκι του Δέλτα. Γαμώτο λέω, όχι κι έτσι αλλά αφού τον πηγαίναμε, κάτσαμε κι άλλο. έχω λοιπόν τώρα δα να θυμάμαι, 3 αφιερώσεις καψουρόσκονης στα 17…γράφεις απίθανα Νικολή-ΠΑΝΤΑ

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s