1972 (2)

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Το πεντάγραμμο, ο Ανέστης και το κλειδί του σολ είχανε κλείσει τις φτέρες στους πορτοκαλεώνες. Το κατσίκι στη γάστρα -μ’ ολόκληρα ψημένα τα καρότα-, τα φύλλα δάφνης και το ελαιόλαδο να ευφραίνουν το στομάχι. Να μακελεύεις αγάδες λήσταρχους, γενίτσαρους προσκυνημένους και να χαλάς εξακολουθητικά όλους όσοι και γκιόσες, φακλάνες και σακαφιόρες όσες τεμενά τους κάνουνε για να το κρύψουνε και να περάσουν. «Ακούς; Μην το ξεχνάς, παιδί μου ακριβό»: Τάγματα του Θεού, πώς γίνεται να ζει κανείς λες κι είναι η κάθε ώρα του η τελευταία/να ’χει πετάξει από δω κι όμως εδώ να μένει/και να μπορεί εκεί που κάθεται στην κάμαρα, σκλάβος της μέριμνας, και συλλογιέται/να νιώθει απρόοπτα, όπως ο ετοιμοθάνατος, από αιθέριες μορφές ίδιες με σύννεφα χρυσά περιτριγυρισμένος. Η εποχή των Ποιητών, με μια διαταγή πιάνουνε τα γιοφύρια και ξύνουνε με τη χειροβομβίδα τους τα καρποφόρα τους τ’ αρχίδια. Τόσοι λακέδες στον ντουνιά όσοι ρουφιάνοι πολεμούν τ’ αδέλφια τους. Ντροπή. Κεσάτια, κι οι φίλοι γίνονται μπουχός ή άσκοπα συντάσσουνε προτάσεις και απευθύνονται μες στην κακία τους σ’ ό,τι ματώνει στο σταυρό. Ο κύριος Jet ήτανε ο ατμοκαθαριστής της Δέρβη της οδού Θεμιστοκλή, εκεί που τώρα περιφέρονται οι πεινασμένες μόνιμα κι υπέρβαρες ανθρώπινες μπουχέσες. Το ζόρι του νεκρού στον ύπνο της κονίστρας και τ’ άχαρο εφαλτήριο ενός στο καναβάτσο της παλαίστρας. Περπατούσε μαζί της σε περιοχές απάτητες και άλλων εποχών. Η Λευκωσία συναντούσε την Αθήνα, τα καλντερίμια περιπλέκονταν κι όμως μέσα στην ένταση η βόλτα τούς οδήγησε σε σπίτι να ερωτευτούν, τα σώματα ν’ αγαπηθούν. Είχε κοιμηθεί τον εφιάλτη του ονείρου της. Μόνο έναντι θανάτου θα λυθούν τα μάγια που τη στόλισε, νανουρίζοντας το παραμιλητό της. Πρώτη του χρόνου κι η Χώρα δέχτηκε νιφάδες της κρυσταλλοειδούς ανανήψεως ενώ μια μάνα, εκεί στο δρόμο π’ ενώνει την Αχαρνών με τη Λιοσίων, άναβε το καντήλι της με λάδι της ελιάς παρθένο. Η πίκρα αναδευότανε τον πόνο, το ’να τσιγάρο άναφτε τ’ άλλο, κι αναχωρούσανε τα γράμματα απ’ τη λευκή καρδιά. Σαράντα έξι μοίρες γωνιόμετρο κι οι πτέρυγες ανασκιρτούν τα technopaegnia σε ενεστώτα χρόνο, άνδιχα excerptum e scholiis: Λεῦσσέ με τόν Γᾶς τε βαθυστέρνου ἄνακτ’ Ἀκμονίδαν τ’ ἄλλυδις ἑδράσαντα, μηδέ τρέσῃς εἰ τόσος ὤν δάσκια βέβριθα λάχνᾳ γένεια. τᾶμος ἐγώ γάρ γενόμαν ἁνίκ’ ἒκραιν’ Ἀνάγκα πάντα δέ τᾶς εἶκε φραδαῖσι λυγραῖς ἑρπετά, πάνθ’ ὃσ’ ἕρπει δι’ αἲθρας. Χάους δέ, οὒτι γε Κύπριδος παῖς ὠκυπέτας ἠδ’ Ἂρεος καλεῦμαι· οὒτι γάρ ἒκρανα βίᾳ, πραϋνόῳ δέ πειθοῖ, εἲκε δέ μοι γαῖα θαλάσσας τε μυχοί χάλκεος οὐρανός τε· τῶν δ’ ἐγώ ἐκνοσφισάμαν ὠγύγιον σκᾶπτρον ἒκρινον δέ θεοῖς θέμιστας. Το διαμέρισμα συγγένευε με τους σημαιοφόρους Παγετώνες και οι κοκάλες του έκρωζαν κείνον το μυθικό υπαρκτό πύρινα πατριώτη συμπολεμιστή τ’ αστερισμού του Λέοντα. Ο Φοίνιξ ή κι ο Αρχαιοπτέρυξ μ’ ολάνοιχτα τα κόκκινα, τα κίτρινα, τα γαλανά φτερά ή πούπουλά τους να πλαταγίζουν, να πλανάρουν, να πλανεύουν, να παρωδούν, να πλέουνε τη διαστημική αποδημία, χωρίς επιστροφή, σ’ έναν αχαρτογράφητο πλανήτη που πιθανότατα ονομάζεται Πατέρας. Είναι που κάτι πλοηγεί και το σταυρόσχημο ειδώλιο του Πωμού.


Λεζάντα φωτογραφίας

Ο ποιητής, τον Μάιο του 1972, στο παρτέρι του κήπου της αυλής του σπιτιού που γεννήθηκε, στη συνοικία Κυπριάδη στα Άνω Πατήσια, στην πλατεία Παπαδιαμάντη, οδός Λάντζα 2, Αθήνα, νομός Αττικής, Ελλάς.

Advertisements

One thought on “5ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s