l

Η ανταμοιβή της κυρίας

Κυρία, μην αρχίζεις ποτέ, Κυρά
Κουβέντα με τη δική σου την καρδιά∙
Τις όμορφες λέξεις σου κράτα αγνές∙
Ποτέ μη μουρμουρίζεις αυτό που θες.
Τον εαυτό σου δείξε, με λόγο και κοψιά,
Γοργή σα ρυάκι και ρηχά.
Δροσερή να είσαι τόσο και γοργή όσο να πάς
Σαν από χιόνι τ’ Απριλιού, νιφάς∙
Λεπτή να είσαι και ζωηρή
Σαν από κερασιά του Μαγιού, ανθί.
Κυρία, μη μιλήσεις ποτέ, Κυρά
Για τα δάκρυα που σου καίνε την παρειά –
Ποτέ δεν θα τον κερδίσει αυτή
που οι λέξεις της έδειξαν πως να χάνει, έχει φοβηθεί.
Σοφή να είσαι και μακριά από θρήνο μοιραίο,
Θα αποκτήσεις (έτσι) το παλικάρι σου το ωραίο.
Σοβαρή μην είσαι, ούτε αληθινή,
Κι η επιθυμία σου θα πραγματοποιηθεί –
Κι αν αυτό σε κάνει να νοιώθεις τυχερή
Η πρώτη που το πέτυχε, θα είσαι εσύ, παιδί.

***

Αθεράπευτη

Κι αν φοβηθεί η καρδιά μου και πυρποληθεί
Ασφαλέστερη θα είμαι εγώ, με όσα έχω μορφωθεί∙
Ηρεμότερη θα είμαι εγώ, να δω αυτό – αληθινά
Πώς του έρωτος οι τρόποι είναι ίδιοι από παλιά –
Ο έρωτας που για χάρη του έγινες τρελός και ζαλισμένος
Είναι ο κάθε έρωτας που κάποτε υπήρξε φλογισμένος∙
Ευτυχέστερη είμαι εγώ, ετούτο νάχω βυθοσκοπήσει
Ένα φιλί είναι (σαν) κάθε φιλί πούχω φιλήσει.
Ο όρκος ο απερίσκεπτος, το όνομα πούχει αγαπηθεί,
Όταν εβάδισε η Ελένη, το ίδιο έχουν μιληθεί:
Η καρδιά η μετρημένη, η οξυμένη δυστυχία,
Όταν δραπέτευσε ο Φάων, ήσαν πάντα ίδια.
Ω, σίγουρο είναι, όπως είναι λυπηρό
Ότι οποιοδήποτε αγόρι είναι παιδί μικρό,
Και τί είναι ένα κορίτσι να τολμάει να ερευνά
Αν ο δικός της αγαπημένος, δικός της θάναι παντοτινά;
Αν και δοκιμάστηκε και ήταν τολμηρός,
Κι αν όρκο παίρνοντας στο θάνατο πώς θάναι παγερός
Στο δρόμο, όπως άλλοι έπραξαν, κι αυτός θα πορευθεί…
Αλλά, όμορφέ μου, από κείνους διαφορετικός είσαι εσύ.

***

Το ξέρω, έχω υπάρξει πιο ευτυχισμένη

Το ξέρω, έχω υπάρξει στο πλευρό σου, ευτυχισμένη εξαιρετικά∙
Μα ό,τι έγινε, έγινε, κι όλα έχουν συμβεί.
Και μικρό το καλό πένθιμα να αργοπορεί –
Εύθυμα έζησε, και πέθανε ιπποτικά.
Τραγούδια δε θα σου φτιάξω, από καρδιές που (άλλοι) έχουν αρνηθεί,
Κι εσύ, άντρας όντας, δάκρυα δε θάχεις για μένα σταλιά,
Κι αν έπρεπε να σου προσφέρω σιγουριά,
Θα είχες, νομίζω, λίγο τρομοκρατηθεί.

Ωστόσο, αυτή είναι της γυναικός η χρεία, αυτή η δική της βλασφημία:
Τα μικρά της δώρα να απλώνει, και να προσφέρει, και να υποχωρεί,
Διότι, ευχάριστο είναι της προσφοράς να φέρεις τον παλμό.
Σε σε, που ποτέ όρκους δε μου ζήτησες ή στιχουργία,
Δώρο μου η απουσία μου θα είναι, όσο είμαι στη ζωή∙
Αλλά για το έπειτα, αγαπημένε, όρκο να πάρω – δε μπορώ.


The Lady’s Reward

Lady, lady, never start
Conversation toward your heart;
Keep your pretty words serene;
Never murmur what you mean.
Show yourself, by word and look,
Swift and shallow as a brook.
Be as cool and quick to go
As a drop of April snow;
Be as delicate and gay
As a cherry flower in May.
Lady, lady, never speak
Of the tears that burn your cheek-
She will never win him, whose
Words had shown she feared to lose.
Be you wise and never sad,
You will get your lovely lad.
Never serious be, nor true,
And your wish will come to you-
And if that makes you happy, kid,
You’ll be the first it ever did.

***

Incurable

And if my heart be scarred and burned,
The safer, I, for all I learned;
The calmer, I, to see it true
That ways of love are never new —
The love that sets you daft and dazed
Is every love that ever blazed;
The happier, I, to fathom this:
A kiss is every other kiss.
The reckless vow, the lovely name,
When Helen walked, were spoke the same;
The weighted breast, the grinding woe,
When Phaon fled, were ever so.
Oh, it is sure as it is sad
That any lad is every lad,
And what’s a girl, to dare implore
Her dear be hers forevermore?
Though he be tried and he be bold,
And swearing death should he be cold,
He’ll run the path the others went . . .
But you, my sweet, are different.

***

I know I have been happiest

I know I have been happiest at your side;
But what is done, is done, and all’s to be.
And small the good, to linger dolefully —
Gayly it lived, and gallantly it died.
I will not make you songs of hearts denied,
And you, being man, would have no tears of me,
And should I offer you fidelity,
You’d be, I think, a little terrified.

Yet this the need of woman, this her curse:
To range her little gifts, and give, and give,
Because the throb of giving’s sweet to bear.
To you, who never begged me vows or verse,
My gift shall be my absence, while I live;
But after that, my dear, I cannot swear.


Dorothy Parker: Αμερικανίδα ποιήτρια. Γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1893 στο Νιού Τζέρσεϋ. Απεβίωσε το 1967 από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 73 ετών. Παθιασμένη με θέματα Πολιτικών Δικαιωμάτων κληροδότησε την λογοτεχνική/πνευματική της περιουσία στον Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ μετά την δολοφονία του οποίου μερικούς μήνες αργότερα, η περιουσία παραδόθηκε στο NAACP.

[πηγή]

Advertisements

One thought on “3 ποιήματα, Dorothy Parker | μτφρ. Ασημίνα Λαμπράκου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s