kefalas

«Πρέπει να σωθούν όλοι. Ολόκληρος ο κόσμος»

I.

Σελίδες σπίθες ανάβουν πνίγονται δίπλα στο νερό που ιριδίζει που σε στάλες στάχτες στάζει πάλι πάνω σε νερό και το ταράζει όσο το φτερό το χώμα καθώς κοιμίζω τις υποσχέσεις που ολιγωρούν δίχως ανάσα σαν πέτρινοι άντρες σε γωνίες ανηφόρες κατηφόρες που σαν φωνές ταξιδευτών με τη δική μου χροιά θα λοξοδρομούν
θα ξεμακραίνουν.

II.
Όταν θα επιστρέψεις
θα αφεθεί ησυχία από τις μνήμες μου
όταν θα επιστρέψεις
δεν θα σαπίζουν πια οι καρποί του υπαρκτού
όταν θα επιστρέψεις
θα σε στεγάσω στις παλάμες μου
σαν κερί που αιώνες κόντραρε τον άνεμο
όταν θα επιστρέψεις
θα σου πω πως
καθώς το μαστίγιο του ήλιου
ελευθερωνόταν πάνω μου
άγγιξα το όνομά σου ολόκληρο
γραπώθηκα απ’ όσους γύρω μου με γύρευαν
θα σου πω το είδα, το έζησα:
όλα στον κόσμο ήταν γυμνά από σάρκα
έγλειφα σαν ύαινα κόκαλα και σκόνη.
Θα σου πω για να ξέρεις
πως υπέφερα την κτηνωδία της αλήθειας
αρχή-μέση-τέλος
κι όταν θα ξέρεις
θα έχεις επιστρέψει
θα γονατίσεις
μπροστά στο πέπλο της λίμνης που αχνίζει
αφανίζοντας τους αποστάτες της
άδυτες γυναίκες, τον άσωτο ποιητή, σκυλιά και λευκά άλογα
και σιγά-σιγά εμάς
θα διασχίσουμε αόρατοι την ομορφιά
θα μας εξημερώσει άραγε
πριν να είναι αργά
ή θα διστάσουμε
για να έχουμε μία στιγμή
να απογοητευτούμε.

III.
Φτάσαμε εδώ που άλλοτε
ρήμαζε και το λεπτότερο φύλλο όταν έπεφτε
ρήμαζε γειτονιές, γενιές, γέφυρες·
οι κάτοικοι, τι στρατός από πυγολαμπίδες,
έτρεχαν με φως από το φως και πίσω από το φως
και καθημερινά κατά πάνω τους, πάνω στα έκθαμβα όνειρά μας
σαν ολοφώτιστα δρεπάνια σε ψηλό, σ’ αφημένο χόρτο·
ρήμαζε εαυτούς
στη ζώνη του αγέννητου, του αθέατου, του απλησίαστου
έναν-έναν, θρόισμα το θρόισμα
ο ύστατος φόβος, ο αποχαιρετισμός
εγώ για επιλόγους, για υστερόγραφα
για τις ανακρίσεις της ελπίδας πριν την ελπίδα
για λέξεις, στις λέξεις, στον ερχομό τους
εγώ όλο μισόλογα, όλα ανοιχτά, όλα πικρά στο στόμα
όλο της αφοσίωσης, της μύησης, του μύθου, της φυγής
εγώ για εκείνες τις υστερίες από άστρα
εγώ, μία ακόμη πληγή στο άπειρο
εγώ γιατί;
Τώρα ερείπια, ερημιά, προχωράμε
μέσα στους καπνούς
μας ελαφραίνει το σκοτάδι
μας χάνει ο ουρανός·
κοντοστεκόμαστε και θαυμάζουμε
με το κάθε μικρό γκρίζο, με το ίχνος του
στα μάγουλα, στα δάχτυλα, στα πνευμόνια μας
τη μοναδική πηγή
τη μόνη ζεστή έλξη, τη λάμψη:
το τελευταίο δέντρο που φλέγεται.

* Το ποίημα αναφέρεται στην ταινία Νοσταλγία του Andrei Tarkovsky.


Η Έλενα Λιαποπούλου Αδαμίδου γεννήθηκε το 1996 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας του ΑΠΘ. Πρόσφατα ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της στη Δημιουργική Γραφή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Κείμενα της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ιστοσελίδες.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Νοσταλγία | Έλενα Λιαποπούλου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s